Τετάρτη, 25 Απριλίου 2012

Th. More: Ου-τοπία ή πολιτική εξαθλίωση






 Τόμας Μορ
1478-1535

Η Λογική της ουτοπίας

§1

Ποιος είναι ο Τόμας ΜορΔιακεκριμένος νοητής, ανθρωπιστής και συγγραφέας με πλούσια πολιτική  κουλτούρα και αντίστοιχη εμπειρία. Κατά τη διάρκεια του βίου του εναντιώνεται με σθένος στις μικρότητες και δογματικές στενότητες της πολιτικής, ενώ την ίδια στιγμή προσηλώνεται με αφοσίωση στην οικουμενικότητα της εκκλησίας. Έχει σαφή επίγνωση ότι το νεωτερικό κράτος δεν είναι η έσχατη αξία του ανθρώπου. Πάνω και πέρα από αυτό ευδοκιμούν οι πανανθρώπινες, οι οικουμενικές αξίες. Ακριβώς αυτές οι προσηλώσεις σε τέτοιες αξίες και ιδέες, όπως επίσης οι εναντιώσεις του στις μικρόνοες πολιτικές του μονάρχη και των ευγενών, του επιφυλάσσουν ένα δραματικό τέλος. Οδηγείται στο ικρίωμα (1535) από τον μονάρχη Ερρίκο Η’ με την κατηγορία της προδοσίας. Ο θάνατός του είναι ένα πρώτο και καίριο δείγμα σχετικά με το πώς σκοπεύει να αντιμετωπίζει τους ανυπόταχτους νοητές η νεωτερική κρατική εξουσία που μόλις τώρα αναδύεται. Το 1516 ο Μορ συγγράφει ένα σημαντικό βιβλίο, την Ουτοπία,  για το κράτος.

§2

Πώς κατανοεί την Ουτοπία  ο Μορ; Ως έναν άλλο, νέο λογικό, ήτοι φυσικό κόσμο, περίπου σαν αυτόν του Πλάτωνα, που αντιτίθεται στον παραλογισμό, στην αταξία της εδραιωμένης πολιτικής πραγματικότητας. Η Ουτοπία, ως ου–τόπος, έχει διπλή σημασία: Πρώτα-πρώτα, ως άρνηση μεταποίησης του ανθρώπου σε αιώνιο θύμα μιας παράλογης πολιτικής εξουσίας. Η τελευταία τούτη, όσο πιο παράλογη είναι, τόσο εννοεί να αντιμετωπίζει τα ανθρώπινα όντα ως δέντρα, ως άβουλα όντα, ως υπηκόους, και να τιμωρεί την παραμικρή τους σκεπτική αντί-δραση με ακαριαίο θάνατο. Δεύτερον, ως έναν κοινωνικό, πολιτικό τόπο, που καλείται να αυτο-οργανώνεται με βάση τη Λογική, έτσι όπως η τελευταία εναρμονίζεται με τη φύση. Μια τέτοια αυτο-οργάνωση του τόπου καθίσταται δυνατή, όταν οι άνθρωποι ακούν πρόσχαρα και ενστερνίζονται αναλόγως τη φωνή της φυσικής λογικής. Επειδή όμως αυτό δεν είναι εύκολο για τους πολλούς, γι’ αυτό η ουτοπία εξακολουθεί να είναι ο ου-τόπος τους. Ενώ τα κακά και τα εγκλήματα μιας άλογης κοινωνίας τα προκαλούν με ευκολία οι ίδιοι οι άνθρωποι, εν τούτοις δυσκολεύονται, όπως μας λέει πολύ εύστοχα ο Μορ, να τα θεραπεύσουν, ακούγοντας την ως άνω φωνή.

§3

Ποια είναι τα κακά και οι φρικαλεότητες που αντιμάχεται η Ουτοπία; Φιλοχρηματία, αλαζονεία, υποκρισία, καιροσκοπισμός, διαφθορά, κλοπή, τυχοδιωκτισμός … Αυτά και άλλα παρόμοια εκπορεύονται από την εξουσία –πολιτική και θρησκευτική– και έχουν ως συνέπεια για τον λαό την εξαθλίωση, τη δουλοπρέπεια, τη μικρότητα, την καταλήστευση κ.λπ. Η θεραπεία δεν μπορεί να προκύψει, κατά τον Μορ, από την υπάρχουσα κατάσταση πραγμάτων και εντός αυτής –σήμερα θα λέγαμε από το ίδιο το πολιτικό σύστημα και εντός αυτού– αλλά από το ανύπαρκτο ακόμη νησί της Ου-τοπίας και από την ελεύθερη οργάνωσή του. Αυτό το νησί δεν είναι το απόλυτο Άλλο που πλάθει η φαντασία μας, άρα κάτι το απραγματοποίητο, παρά η πιο εφικτή ιδέα κοινωνικής και πολιτικής οργάνωσης της ανθρώπινης ζωής·  πιο εφικτή, γιατί ανταποκρίνεται στη Λογική, στην κατά (φυσική) αναγκαιότητα λογική αναγέννηση του νεωτερικού ανθρώπου.  Η Ουτοπία, απ’ αυτή την άποψη, δεν νοείται ως γη της επαγγελίας, δηλαδή ως μια αόριστη και φιλήδονη υπόσχεση μελλοντικής λύτρωσης –ποιος ξέρει πού και πώς;–, αλλά ως η μόνη δυνατότητα να σκεφτόμαστε τον υπαρκτό κόσμο από τη σκοπιά της κατ’ αναγκαιότητα αλλαγής του.

§4

Τότε μόνο παύει ο ίδιος ο άνθρωπος, όσο κι αν τον ευτελίζει η ευτελισμένη πολιτική εξουσία, να αποδέχεται τη μοίρα του υποτελή, του δουλοπάροικου κ.λπ. και να την αναπαράγει ως τον μόνο δυνατό κόσμο του. Η Ουτοπία, κατ’ αυτό το πνεύμα, δεν έχει άρχοντες και αρχομένους, ούτε έχει ανάγκη από τέτοιους, γιατί αλλιώς δεν θα ήταν ου-τοπία. Απεναντίας, εδώ όλοι είναι ίσοι. Δεν υπάρχουν ούτε άεργοι και παράσιτα [=άρχουσα τάξη], ούτε επίσης άνεργοι και εξαθλιωμένοι [=αρχόμενες τάξεις]  παρά μόνο εμπρόσωπα-συνειδητά όντα που εργάζονται ορισμένο χρόνο, υπόκεινται σε καθολική μόρφωση και απολαμβάνουν τη ζωή τους δεόντως, χωρίς να είναι αδαείς από πόλεμο. Οποιαδήποτε εξουσιομανία, πολιτικάντικη μικροπρέπεια, ανελεύθερη συμπεριφορά, ιδεολογικός καταναγκασμός, –όλα τούτα είναι πράγματα ξένα. Η Ουτοπία εν τέλει είναι η μόνη ρεαλιστική Ιδέα-πρότυπο, για μια ορθολογική οργάνωση της κοινωνίας και της πολιτείας· ορθολογική, όχι με την ψυχρή λογική των στατιστικών και των σκοτεινών υπολογισμών, αλλά με βάση την ιεράρχηση και ικανοποίηση των βασικών, των απαράγραπτων φυσικών αναγκών του κοινωνικού ανθρώπου.





Παρασκευή, 20 Απριλίου 2012

Hegel: Τι είναι πατριωτισμός;






Πατριωτισμός, πολιτικός καιροσκοπισμός
και
πολιτική «αυτοκτονία»

§1

Ο πατριωτισμός, ως έννοια-φράση και ως ποιοτικός προσδιορισμός του συλλογικού μας Είναι, συνυφαίνεται, από άποψη αρχής, με την πολιτική-εθνική υπόσταση του ανθρώπινου ατόμου και του εκάστοτε οργανωμένου κράτους. Αντικειμενικά λοιπόν αφορά όλους τους πολίτες μαζί και τους πολιτικούς. Σε κάθε περίπτωση βέβαια είναι τόσο σαφής έννοια όσο και ασαφής. Εάν επιχειρήσουμε να σκεφτούμε σχετικά επί του παραδείγματος: Ελλαδική χώρα του τώρα, διαπιστώνουμε ότι η πλειονότητα των πολιτών αμφισβητεί τον πατριωτισμό των πολιτικών, επειδή πιστεύει πως ένα μέρος των τελευταίων παρέδωσε αμαχητί και ηθελημένα τη χώρα στα οργανωμένα συμφέροντα διεθνών κερδοσκοπικών συμμοριών και πως ορισμένα άλλα μέρη διέπονται από τον ίδιο πολιτικό καιροσκοπισμό με εκείνον των πρωτεργατών του κακού, ανεχόμενα έμμεσα ή άμεσα την εν λόγω πολιτική διαβουκόληση. Το μόνο που φαινομενικά διακρίνει τις «αντίπαλες» πολιτικές παρατάξεις είναι μια προσχηματική ρητορική γύρω από την υπεράσπιση του δημόσιου και εθνικού συμφέροντος. Στην πράξη όμως ουδεμία έχει τολμήσει να εναντιωθεί με ριζοσπαστικές πολιτικές στην ως τώρα καταστροφική πορεία. Η μέριμνα για την ανθρώπινη ύπαρξη, η διακύβευση της επιβίωσης –περί βίωσης ουδείς λόγος– δεν αποτελεί μαρτυρία ζωής και βίου για την απάτη της πολιτικής «εκπροσώπησης». Η τελευταία ενδιαφέρεται μόνο για την επιβίωση του δικού της σαθρού σαρκίου, με την επιστράτευση  του οργανωμένου ψεύδους, με την υπόθαλψη της ποταπότητας και  με τη διαφθορά της καλόπιστης γνώμης.

§2

Από τα ανωτέρω προκύπτει με δριμύτητα το ερώτημα: Τι είναι πατριωτισμός; Σύμφωνα με τον  Χέγκελ, ο πατριωτισμός δεν είναι απλώς η ετοιμότητα για ανδραγαθήματα, για ξεχωριστές ή εξαιρετικές πράξεις και θυσίες σε περιόδους κρίσης ή μεγάλης ανάγκης (Φιλοσοφία του Δικαίου § 268), αλλά η συνείδηση, η επίγνωση ότι κανείς πραγματώνεται μόνο μέσα από την εύρυθμη κοινωνική και πολιτική συμβίωση με τους άλλους ανθρώπους· η επίγνωση συναφώς ότι οι καθημερινές βιοτικές σχέσεις του κάθε μεμονωμένου ατόμου ευδοκιμούν μόνο όταν έχουν ως υποστασιακό τους υπόβαθρο τις κοινές υποθέσεις της κοινωνίας και της πολιτείας. Επομένως, συνεχίζει ο Χέγκελ, θεμελιώδης προϋποθεση, για να υπάρχει πατριωτισμός, είναι η βαθιά πολιτική συνείδηση, το ισχυρό πολιτικό φρόνημα (politische Gesinnung), που επιτρέπει εναρμόνιση ιδιωτικού και δημόσιου συμφέροντος, με βάση τις αρχές της κοινωνικής ηθικότητας (Sittlichkeit), και αποτρέπει την ιδιοτέλεια των πολιτικών προσώπων. Όταν το πολιτικό προσωπικό απαρτίζεται από  άξεστους ανθρώπους, μας προειδοποιεί ο μεγάλος γερμανός φιλόσοφος, αντισταθμίζει την απουσία πολιτικού φρονήματος, άρα και πατριωτισμού, με δήθεν «μεγαλόψυχες» πράξεις και αφειδώλευτη λογολογία –τέτοιες πολιτικές «μεγαλοψυχίες» επιδεικνύει καθημερινά το δικό μας βλακώδες πολιτικό σύστημα– για να πείθει έτσι τον εαυτό του και τους άλλους ότι εργάζεται για τη «σωτηρία» της πατρίδας. Κατ’ αυτό τον τρόπο, στη θέση του πατριωτισμού ανυψώνει τον πιο επικίνδυνο πολιτικό καιροσκοπισμό. Και οι μάζες; Αν δεν θέλουν να «αυτοκτονούν» πολιτικά, συνεπώς και καθημερινά, αναπαράγοντας μια άθλια πολιτική τους εκπροσώπηση, αξίζει να έχουν οδηγό της συνολικής τους πράξης τη ρήση του Καντ: «θα επικρατήσει το δίκαιο, ακόμη κι αν χρειάζεται να αφανιστούν όλα τα καθάρματα του κόσμου».

Παρασκευή, 6 Απριλίου 2012

Τ. Σινόπουλος: Ο ποιητής Καιόμενος




                        Τάκης Σινόπουλος
                                                    1917-1981

                           
                                  Ο ΚΑΙΟΜΕΝΟΣ


Κοιτάχτε, μπήκε στη φωτιά! είπε ένας απ’ το πλήθος.
Γυρίσαμε τα μάτια γρήγορα. Ήταν
στ’ αλήθεια αυτός που απόστρεψε το πρόσωπο, όταν του
μιλήσαμε. Και τώρα καίγεται. Μα δε φωνάζει βοήθεια.

Διστάζω. Λέω να πάω εκεί. Να τον αγγίξω με το χέρι μου.
Είμαι από τη φύση μου φτιαγμένoς να παραξενεύομαι.

Ποιος είναι τούτος που αναλίσκεται περήφανος;
Το σώμα του το ανθρώπινο δεν τον πονά;

Η χώρα εδώ είναι σκοτεινή. Και δύσκολη. Φοβάμαι.
Ξένη φωτιά μην την ανακατεύεις, μου είπαν.

Όμως εκείνος καίγονταν μονάχος. Καταμόναχος.
Κι όσο αφανίζονταν τόσο άστραφτε το πρόσωπο.

Γινόταν ήλιος.

Στην εποχή μας όπως και σε περασμένες εποχές
άλλοι είναι μέσα στη φωτιά κι άλλοι χειροκροτούνε.

Ο ποιητής μοιράζεται στα δυο.



                              Ερμηνεία – σχολιασμός
                                 [αφιερώνεται στον μάρτυρα της πλατείας Συντάγματος και
                                            σε όλους τους άλλους μάρτυρες που με τον τρόπο τους
                                            εναντιώθηκαν στους ποικιλόχρωμους κατοχικούς Τσολάκογλου]
                                                
                                                   §1

Το ποίημα «ο καιόμενος» λέγει στην αρχή αυτό που επίκειται να συμβεί στο τέλος. Με αυτό το νόημα προ-λέγει και ως τέτοιο λογίζεται προ-φητικό. Τι προ-φητεύει; Πως η ανθρώπινη ύπαρξη δεν μπορεί να παραβλέπεται ή να παραμερίζεται μέσα από έναν αφηρημένο καθορισμό της· πως ουδεμία ασαφής και κενή περιεχομένου ιδεοκρατία, ιδεωδολατρεία δεν μπορεί να υπονομεύσει την αυτόνομη και ηρωική ύπαρξη του ανθρώπινου ατόμου. Το ποίημα ανήκει στη συλλογή «Μεταίχμιο Β» (1957), η οποία αποτελείται από ποιήματα της περιόδου 1949-1955.  Πρόκειται για μια περίοδο, που είναι αληθινό μεταίχμιο για την κοινωνική και πολιτική πραγματικότητα της μεταπολεμικής Ελλάδας. Ως μεταίχμιο βίωσε και ο ποιητής ετούτη την περίοδο μαζί και τη στάση ή θέση του μέσα στο γίγνεσθαι που εκφράζει η εν λόγω περίοδος. Ο ίδιος εμποτίστηκε με τις εμπειρίες του εμφύλιου πολέμου, αλλά και της μετεμφυλιακής περιόδου· συνέλεξε τα πιο προσωπικά του βιώματα, κατά τον εμφύλιο, ως γιατρός και αξιωματικός, υποχρεωτικά και όχι κατά βούληση, του κυβερνητικού στρατού.  Τότε ήταν εν πρώτοις που ο ποιητής ένιωσε πραγματικά ότι βρισκόταν στο μεταίχμιο, στο οριακό σημείο ανάμεσα σε δυο εμπόλεμες μορφές ζωής. Γι’ αυτό και ομο–λογεί: μοιράζεται στα δύο.

§2

Πώς μπορεί ένας ποιητής, που βρίσκεται στο μεταίχμιο και μάλιστα στο μεταίχμιο ενός κοινωνικο–πολιτικού πολέμου, να μοιράζεται στα δύο; Μόνο ή κύρια ως ποιητής, ο οποίος είναι πρωτίστως η ολόκληρη ύπαρξη του ανθρώπου ως τέτοιου και όχι ένας θλιβερός διανοούμενος, που το αφηρημένο του Εγώ γίνεται εύκολα πιστός δούλος της μιας ή της άλλης υπολογιστικής βλέψης. Ο Σινόπουλος, σε τούτο το ποίημα, σκέπτεται την ανθρώπινη κατάσταση, όχι ως μια γενική-άχρωμη πραγματικότητα, αλλά από τη σκοπιά του εν ζωή ανθρώπου, ο οποίος αρνείται την πολτοποίησή του μέσα «στην ακαθόριστη μάζα των υπαρχόντων πραγμάτων» (Hegel). Ένας τέτοιος άνθρωπος μπορεί να μην είναι «καιόμενος»; Η άρνηση να γίνεται επαίτης μιας ανάπηρης ελευθερίας, να μεταποιείται σε θύμα μιας ψευδούς ιδεολογίας, να αποθνήσκει καθημερινά για χάρη βάρβαρων και ποταπών πολιτικών, να συντρίβεται ανάξιους συντριμμούς, τον αναδεικνύει σε εραστή μιας ηρωικής συντριβής. Είναι ο καιόμενος που πρέπει να καεί για να γίνουν «τα σκοτάδια λάμψη»· και να καεί όχι εν χορώ με την ιδεολογικά πειθαναγκασμένη μάζα παρά ως ύπαρξη διαλεγμένη από την ιστορική του Μοίρα. Εν τέλει ποιος είναι «ο καιόμενος»;  Είναι ο άνθρωπος που δεν ξεχωρίζει τη σκέψη του, τις ιδέες του, τον εσωτερικό του κόσμο, από το Είναι του. Η ταυτότητα σκέψης και Είναι τού επιτρέπει να αναλογίζεται το πεπρωμένο του και να αισθάνεται ικανός να πράξει εκείνο το μοιραίο, που η απαθής μάζα των ανθρώπων φοβάται: την αυτοπυρπόληση. Η αυτοπυρπόληση τον καθιστά μάρτυρα και ακατάβλητο μαχητή που έζησε έντονα και πολύπλευρα τη ζωή.

                                                                 §3

Ο καιόμενος δεν ορρωδεί μπροστά στον θάνατο, αλλά τον αντιμετωπίζει ως μια ζωή του πάθους, ως μια έξοδο από το αδιέξοδο. Τα απρόσωπα όντα της συνθηκολόγησης, της απάθειας ή, από μια εξουσιαστική σκοπιά, της μεγαλοστομίας ατενίζουν το θέαμα κατάπληκτα και σαστισμένα. Ο ποιητής–αφηγητής ατενίζει και αυτός το θέαμα από τη σκοπιά των πολλών, αλλά καθότι ποιητής διακρίνει κάτι βαθύτερο από ό,τι το πλήθος. Διακρίνει πίσω από την πράξη του «καιόμενου» μια ηρωική στάση ζωής. Ο «καιόμενος» που έχει επίγνωση του ιστορικού γίγνεσθαι και τη θέση του μέσα σ’ αυτό είναι ένας πρόδρομος που βρίσκεται σε διαρκή διαμάχη με το παρόν για λογαριασμό ενός αληθινά ελεύθερου μέλλοντος. Στο παρόν πορεύεται «μόνος προς μόνον» [= «απόστρεψε το πρόσωπο», «δε φωνάζει βοήθεια», «καίγονταν μονάχος, καταμόναχος»]. Δεν αισθάνεται δειλία, έτσι ώστε να γίνει χειροκροτητής και να αποφύγει τη μοίρα του, τον μοιραίο [=ιστορικό] του προορισμό [= «άλλοι είναι μέσα στη φωτιά κι άλλοι χειροκροτούνε]. Εδώ έγκειται η τραγικότητά του, ως συμβολικού αρνητή μιας αξιοθρήνητης, σκλάβας ζωής σε μια «χώρα σκοτεινή και δύσκολη». Έχει τα ριζώματά του στο παρελθόν [=κατοχή, αντίσταση, εμφύλιος …], για το οποίο αποτελεί το πιο παθιασμένο και γενναίο δημιούργημα. Γι’ αυτό έχει συνείδηση του παρόντος και ρίχνεται, με απόλυτη αίσθηση του κινδύνου, μέσα στην ορμή και την οργή των πιο απρόβλεπτων και θυελλωδών συγκρούσεων. Για τους νοικοκυραίους, για τους ατσαλάκωτους, είναι ο άφρων· για το πεπρωμένο του ανθρώπου όμως ο αιώνιος νέος [= «όσο αφανιζόταν τόσο άστραφτε το πρόσωπο./Γινόταν ήλιος»],  που προκαλεί τον κίνδυνο, ακόμη και τον ίδιο τον θάνατο: «αναλίσκεται περήφανος» υπακούοντας στην εσωτερική φωνή της μοίρας του.








Κυριακή, 1 Απριλίου 2012

Γλώσσα και Πολιτική (2)



Η πολιτική αλλοτρίωση της γλώσσας

§1

Πώς ορίζεται η πολιτική αλλοτρίωση της γλώσσας; Ορίζεται ως αποξένωση, την οποία υφίσταται η γλώσσα, ως λέγειν και σκέψη, στο πεδίο της πολιτικής και με πρωτεργάτες τους πολιτικούς. Πρόκειται για αποξένωση από την ίδια της την ουσία και ως εκ τούτου για αλλοτρίωσή της, ήτοι για έκπτωσή της σε μια συνθηματική, προπαγανδιστική μηχανή εκμαυλισμού της λαϊκής συνείδησης· μια λεκτική μηχανή ή εργαλείο που είναι εντελώς ξένο, απολύτως αλλότριο προς το γλωσσικό Είναι του ανθρώπου, αλλά άκρως οικείο στην χαμηλή ποιότητα του πολιτικού προσωπικού και στην αντίστοιχη γλωσσική του πενία. Τούτο υποδηλώνει πως ο εκμαυλισμός, δηλ. η διαφθορά, της κοινωνικής και πολιτικής συνείδησης του λαού δεν είναι πρωτίστως ενδογενές στοιχείο της ατομικής ή κοινωνικής ύπαρξης και συμπεριφοράς του τελευταίου, αλλά φυσική απόρροια μιας απάνθρωπης, αμοραλιστικής πολιτικής πρακτικής που λερώνει τόσο πολύ και τόσο βαθιά τη γλώσσα, ώστε ο λελογισμένος άνθρωπος –ως ατομική ή συλλογική συμπεριφορά– να απεχθάνεται όλο το προπαγανδιστικό θέατρο της πολιτικής φαυλοκρατίας, αλλά συγχρόνως να καταβάλλεται και από μια αίσθηση ανημποριάς ή παραίτησης: να αντιτάξει στον βιασμό της γλώσσας από τους πολιτικούς ένα υπέρτερο διανοηματικά, δυναμικό, εμπνευσιακό σύνθεμα Λόγου με ανάλογη πολιτική διορατικότητα.

§2

 Γιατί η πολιτική αλλοτρίωση της γλώσσας, κοινώς η βάναυση κακοποίησή της από τους πολιτικούς, συνεπιφέρει και καταβαράθρωση του γενικού πολιτικού τοπίου; Επειδή η γλώσσα –αυτός ο οίκος του Είναι μας με τον πλούτο της πολυσημίας του– είναι ο αδιάψευστος μάρτυρας τού τι και τού πώς σκέπτεται το εκάστοτε πολιτικό προσωπικό, άρα και τού πώς σε κάθε περίπτωση ενεργεί· επί πλέον αυτή και μόνο αυτή είναι σε θέση να βυθομετρά την ικανότητα και καταλληλότητα αυτού του προσωπικού.  Όπως τονίζει με έμφαση ο Χοσέ Ορτέγα υ Γκασσέτ, ο άνθρωπος γεννιέται και ξαναγεννιέται μέσα από τον και στον μυστικό αγώνα της γλώσσας του για τη διάνοιξη της οδού που βγάζει στο φως. Ένας ευτελής επαγγελματίας της πολιτικής ποιον μυστικό αγώνα της γλώσσας μπορεί να γνωρίσει ή να διεξάγει και ποια αντίστοιχη ώθηση να πετύχει; Τίποτε απ’ αυτά. Το μόνο που «δύναται», λόγω ακριβώς της γνωσιο-οντο-λογικής του ευτέλειας, είναι να αλλοιώνει τη σημασία των λέξεων, να διαστρεβλώνει νοήματα και να παρουσιάζει, εντελώς ανεστραμμένα και συναφώς διεστραμμένα, την κόλαση για παράδεισο. Το χιτλερικό, ας πούμε, παράδειγμα σε επίπεδο αλλοτρίωσης της γλώσσας και δηλητηριώδους προπαγάνδας δεν είναι μεμονωμένο φαινόμενο μιας ιστορικής περιόδου και ενός κράτους, αλλά η υπόρρητη αρχή, εντός και δυνάμει της οποίας κινείται, μέσα στην ιστορία, κάθε κυβερνητική ή διακυβερνητική καθίδρυση της συνειδητής πολιτικής σύγχυσης και απάτης, ανεξάρτητα από το πολιτικό της προσωπείο (δημοκρατία, κοινοβουλευτισμός κ.λπ.). Ένα πολιτικό καθεστώς, που παράγει και αναπαράγει την αλλοτρίωση της γλώσσας ως σύγχρονο ιδεολογικό εξοπλισμό, έχει για ομιλούσα πηγή του την ως άνω αρχή.  Γι’ αυτό, παραφράζοντας γνωστό αρχαίο απόφθεγμα, «φοβού τους καθεστωτικούς και δώρα φέροντας».