Παρασκευή, 27 Ιουλίου 2012

Κ. Καβάφης: "Οι προδότες θα φανούν στο τέλος"



Κωνσταντίνος Καβάφης
1863–1933

Το τραγικό και το σοφό
                       στο ποιητικό παράδειγμα:                                   

Θερμοπύλες

§1
Εισαγωγικά

Είναι αλήθεια  πως ο ποιητικός  λόγος του Καβάφη είναι μια διαρκής και ανεξάντλητη διάχυση σοφίας. Πώς κατανοείται αυτή η σοφία; Προφανώς, όχι ως τυποποιημένη γνώση ή ως πληροφοριακή πολυμάθεια ή ακόμη ως  κάποιο νοησιαρχικό σχήμα και σύστημα ιδεών. Απεναντίας πρόκειται για μια τόσο έντονη διεργασία και επεξεργασία εμπειριών, συνοδευόμενη από μια εξίσου έντονη βίωση του χρόνου, ώστε το ποιητικό υποκείμενο να εναρμονίζεται με τη βαθύτερη κατανόηση των πραγμάτων που καθορίζουν το Είναι του ως ποιητικώς (=με το ευρύτερο νόημα) υπάρχειν :
    
      «Έτσι σοφός που έγινες, με τόση πείρα,
       ήδη θα το κατάλαβες η Ιθάκες τι σημαίνουν».

Σύμφωνα με τον Ηράκλειτο, «το σοφόν [=η σοφία] είναι ένα μόνο πράγμα: να γνωρίζει κανείς την αρχή που κυβερνά τα πάντα με τη βοήθεια των πάντων» (απ. 41). Στον λόγο του Καβάφη τούτο σημαίνει: η σοφία έγκειται στο να γνωρίζουμε τι σημαίνουν οι Ιθάκες, δηλαδή οι περιπλανήσεις της ανθρώπινης ύπαρξης μέσα στον κόσμο, και να τις γνωρίζουμε ως εκείνες που τελικά συνιστούν το πεπρωμένο μας. Να γνωρίζουμε, κατ’ αυτό το νόημα, το πεπρωμένο μας ως την αρχή που μας κυβερνά. Πώς μπορούμε να το γνωρίζουμε ως τέτοια αρχή; Με το να ανταποκρινόμαστε στην κλήση του, πράγμα που σημαίνει να αναλαμβάνουμε την έσχατη μέριμνα του Είναι μας. Η ανάληψη τούτη στον Καβάφη πραγματοποιείται: α) ως βαθύτερη κατανόηση του τι σημαίνουν τα συμβαίνοντα στον κόσμο, τα πολλά και πολύπλοκα πράγματα· στο εδώ ποιητικό μας παράδειγμα: τι σημαίνουν οι Θερμοπύλες· β) ως ανάγνωση, ήτοι διά-γνωση του τραγικού ποιού αυτής της κατανόησης· γ) ως ποιητική βίωση και εμβίωση των α) και β).

§2

Θερμοπύλες


        Τιμή σ’ εκείνους όπου στην ζωή των
       ώρισαν και φυλάγουν Θερμοπύλες.
                                    Ποτέ από το χρέος μη κινούντες·
                                    δίκαιοι κ’ ίσιοι σ’ όλες των τες πράξεις,
                                    αλλά με λύπη κιόλας κ’ ευσπλαχνία·
γενναίοι οσάκις είναι πλούσιοι, κι όταν
είναι πτωχοί, πάλ’ εις μικρόν γενναίοι,
πάλι συντρέχοντες όσο μπορούνε·
πάντοτε την αλήθεια ομιλούντες,
πλην χωρίς μίσος για τους ψευδομένους.

Και περισσότερη τιμή τούς πρέπει
όταν προβλέπουν (και πολλοί προβλέπουν)
πως ο Εφιάλτης θα φανεί στο τέλος,
κ’ οι Μήδοι επί τέλους θα διαβούνε.


§3

Κατανόηση

1. Το ποίημα δίνει, εκ πρώτης όψεως, την εντύπωση ότι έχει μια ορισμένη ιστορική απόχρωση, χάρη κυρίως στις  λέξεις-σύμβολα. Φέρνει στη μνήμη την περσική εισβολή, τη μάχη των Θερμοπυλών, τη θυσία των Ελλήνων σ’ αυτή τη μάχη και την αρχή του τέλους της περσικής εισβολής. Το βαθύτερο νόημα ωστόσο υπερβαίνει το στενό ιστορικό πλαίσιο και έχει κατ’ εξοχήν διαχρονικό χαρακτήρα. Ο ποιητής μιλάει, με συμβολικό τρόπο, στο παρόν και για το παρόν. Η συμβολική γλώσσα στο ποίημα Θερμοπύλες αναφέρεται σε κάτι περισσότερο από μάχες, συγκρούσεις, στρατιώτες. Μας μεταφέρει στο οντολογικό πεδίου του ανθρώπου, όπου ο τελευταίος έρχεται στο Είναι (του), μόνο όταν αντιμετωπίζει με σοφία τα κύματα της ζωής του, ήτοι το πεπρωμένο που ιδιάζει στον καθένα μας ως ξεχωριστό άτομο. Με τι είδους σοφία; Με περίσκεψη, με διεισδυτική ματιά στο χρέος, με επίγνωση του ανάλογου στον καθένα χρέους, με στοχαστική τραγικότητα για το μάταιο [=ο Εφιάλτης θα φανεί στο τέλος/κ’ οι Μήδοι …διαβούνε] μεν, αλλά συγχρόνως για την αναγκαία εμμονή στο γενναίο, στο δίκαιο, στο αληθές, που υπερβαίνει το μάταιο, το άδικο, το αισχρό, το καταπιεστικό, το συμφεροντολογικό, το προδοτικό κ.λ.π. της  Εφιαλτικής  ζωής μας.

2. Η τραγική σοφία του ποιήματος θα μπορούσε να συνοψισθεί ως εξής: το «φυλάσσειν Θερμοπύλες» ως ο ποιητικός Λόγος που διαφυλάσσει το ανθρώπινο ον μέσα στην α-λήθεια [=μη-λήθη] του Είναι του [=πάντοτε την αλήθεια ομιλούντες]. Το τελευταίο, μέσα στην α-λήθεια του, αυτενεργεί. Η αυτενέργεια τούτη δεν είναι διαφορετική από εκείνη του διαφυλασσόμενου –μέσα στο Είναι– ανθρώπινου όντος. Είναι η ίδια αυτή που χορηγεί στον άνθρωπο τη δυνατότητα να προσβλέπει στη φανέρωση των πραγμάτων, στη διαύγαση των γραμμών του πεπρωμένου του, με σοφία, δηλαδή, όχι με μηχανορραφίες, συγκαλύψεις [π.χ. ιδεολογικές ή πολιτικές μεταμφιέσεις], προδοσίες [π.χ. πολιτικές, εθνικές, Εφιαλτικές κ.λπ.], αλλά  με στωική καρτερικότητα, με βίωση αυτού τούτου του χρόνου και όχι απλώς μέσα στο χρόνο, με την εκάστοτε δυνατότητα του Dasein μας αντί-στασης στην ηγεμονεύουσα τα πάντα ματαιότητα. Το «φυλάσσειν Θερμοπύλες» προβάλλεται, ως εκ τούτου, ως εναντίωση του σοφού ανθρώπου στην εκρίζωσή του από την ως άνω α-λήθεια [=μη-λήθη] του Είναι του, ως εναντίωση σε κάθε υποκατάσταση της στοχαστικής του βλέψης ή διάθεσης από έναν έξωθεν διανοητικό υπολογισμό, ως το εκ της σοφίας χρέος του εξατομικευμένου αγώνα που γίνεται καθολικός, οικουμενικός, καθώς εκτυλίσσεται με τη δέουσα λεπτότητα της τραγικής σοφίας.

3.Με μια τέτοια λεπτότητα, ώστε αυτός ο αγώνας να ξεπερνά το μέτρο του καθημερινού ανθρώπου που λέει: «καλά είναι και έτσι», αποδεχόμενος τον εξανδραποδισμό του και ανεχόμενος την προδοσία ή ακόμη και συνεργώντας. Τότε αυτός ο αγώνας καθιδρύεται μέσα στον κόσμο ως η τραγική σοφία του ποιητή που «στέλνει σήματα» (Ηράκλειτος) και διανοίγει τη συνείδηση στο μυστήριο του Είναι, χωρίς να τη βιάζει με προκατασκευασμένα δόγματα, με συστημικές ιδεολογίες και ιδεοληψίες, με βιαιπραγούσες καθηκοντολογίες κ.ο.κ    Τα θεμελιώδη γνωρίσματα αυτής της  σοφίας συγκροτούν το όλον της ποιητικής ύλης του ποιήματος και συνοψίζονται ως ακολούθως: τιμή, δικαιοσύνη όχι άτεγκτα και αφηρημένα, δηλαδή με απρόσωπο τρόπο, αλλά εμπρόσωπα, με ευσπλαχνία· επίσης γενναιότητα –κυριολεκτικά και μεταφορικά– φιλαλήθεια και καθολικότερα φρόνηση με το αριστοτελικό νόημα. Και όλα τούτα όμως όχι χωρίς την τραγική τους συνύφανση, δηλαδή έξω από το ανέλπιστο: τους Εφιάλτες που ανοίγουν δίοδο στους Μήδους. Αν γνωρίζουμε από την αρχή ότι σε κάποιο μονοπάτι –ας πούμε με όρους του σήμερα σε κάποιον εγκέγφαλο-διαχειριστή δημόσιων υποθέσεων– καραδοκούν Εφιάλτες αποβαίνει μάταιη κάθε αντί-σταση. Κι όμως οι ποιητές, εκείνοι οι μετρημένοι στα δάκτυλα  άνθρωποι που διέρχονται μέσα από την τραγική σοφία ξέρουν να αναγιγνώσκουν την τραγικότητα της ύπαρξης, αλλά ταυτόχρονα να προσβλέπουν και στη λύτρωση, στηριζόμενοι στις δικές τους δυνάμεις.  


Σάββατο, 21 Ιουλίου 2012

M. Heidegger: Η γλώσσα είναι το Είναι μας




Μάρτιν Χάιντεγκερ
1889–1976

Η οντολογική μαρτυρία της γλώσσας

§1
Όταν κανείς θέλει να κακοποιήσει στη ρίζα του ιστορικού του Είναι έναν λαό,  τον στρέφει ενάντια στην οργάνωση της σκέψης του  και του αφαιρεί έτσι κάθε δυνατότητα ιστορικής του ανα–και–αυτο–δημιουργίας. Τη στιγμή δε που η πλήρης αποδιοργάνωση της σκέψης είναι πλέον γεγονός, τότε συμβαίνει ό,τι ακριβώς εμπειρώμεθα στον ελλαδικό Ελληνισμό του σήμερα: οι παντελώς ανίκανοι επί του πολιτικού, οικονομικού, κοινωνικού, επιστημονικού πεδίου να βιάζονται να νομοθετήσουν, με περισσή αυταρέσκεια, και για τη γλωσσική παιδεία ενός ολόκληρου Έθνους· στην πράξη να αποσαθρώσουν, με διατάγματα και πολιτικές αποφάσεις, ό,τι έχει απομείνει από τα τελευταία ερείσματα της παιδείας και της γλώσσας. Η ολοσχερής πλέον και χωρίς προσχήματα επικράτηση της αγλωσσίας τώρα επιχειρείται με τη συρρίκνωση του ελληνικού αλφάβητου και τη μεταποίηση του όλου γλωσσικού οικοδομήματος, μέσω της κατάρρευσης [και] του γραμματικού συστήματος της γλώσσας,  σε ένα άρρυθμο, αντι-αισθητικό, αντι-στοχαστικό συνονθύλευμα  παραφθαρμένων λέξεων ή φράσεων. Η καθοριστική ληξιαρχική πράξη αποδόμησης της παιδείας και της γλώσσας συνέβη τη δεκαετία του ’80 από την κυριαρχούσα τότε πολιτική συντεχνία. Έκτοτε, η εκάστοτε συνειδητοποίηση των διαπραχθέντων γλωσσικών εγκλημάτων οδηγεί σε γενίκευση και όχι, όπως θα ήλπιζε κάθε νοήμων άνθρωπος, σε ανάσχεση της εν λόγω εγκληματικής στρατηγικής των πολιτικών. Το μέγεθος της αδιαφορίας τους, που εκδηλώνεται με τη μορφή της προαναφερθείσας βιασύνης προς α-γλωσσικό νομοθετείν, δείχνει αγιάτρευτη αναιμία σκέψης. Απαθείς μένουν και ουκ ολίγοι καθεστωτικοί «συγγραφείς-γλωσσολόγοι», σαν αυτούς ας πούμε που γράφουν τα σχετικά α-γλωσσικά εγχειρίδια. Το ύφος ζωής τους μαρτυρεί τραγική έλλειψη γλωσσικού αισθήματος, αλλά και αδιανόητη, ακόμη και για τον κοινό νου, ευήθεια σκέψης.



§2

Εν τέλει, τι είναι η γλώσσα; Όργανο εξωτερίκευσης της σκέψης μας, κάποια ιδιαίτερη τέχνη του λόγου ή μήπως μια ρητορικώς φλυαρούσα συσκότιση του υπάρχοντος;  Σύμφωνα με τον Χάιντεγκερ, η γλώσσα είναι ο τόπος, όπου το λέγειν του ανθρώπου συναντάται με τον Λόγο ως πόλεμο. Ο Λόγος ως πόλεμος είναι αυτό τούτο το Είναι, το οποίο, ως «πατήρ πάντων» (Ηράκλειτος) καλεί τα όντα να φανερώνονται στις αντιθέσεις τους, στις διαφορές τους, στις αντιπαραθέσεις τους και συγχρόνως τα περι-συλ-λέγει μέσα στην αποκαλυμμένη, δια της αντιπαράθεσης τούτης, ενότητα της ύπαρξής τους. Αυτό το Είναι δεν είναι διαφορετικό από το Είναι εκάστου εξ ημών, άρα είναι  αυτό που καλεί κι εμάς τους ίδιους προς το φως της αντιπαράθεσης. Η «φυλή» των αναφερθέντων στην §1 ενταφιαστών της γλώσσας [=νομοθετούντων, πολιτικολογούντων και «συγγραφέων-γλωσσολόγων» α-γλωσσικών εγχειριδίων], ως πνευματικά εκφυλισμένη, αγνοεί αντικειμενικά τον ως άνω Ηρακλείτειο-Χαϊντεγκεριανό πόλεμο. Αδυνατεί, εξ ανικανότητας λογισμού, να διακρίνει σ' αυτόν το Είναι που στοχάζεται τη γλώσσα. Γι' αυτό και πάντα ενεργεί ως παραπαίουσα και εσωτερικά διχασμένη φυλή. Όταν η γλώσσα λαμβάνεται ως σκέψη του Είναι, δηλαδή ως η στοχαστική του ικανότητα, σημαίνει, κατά τον Χάιντεγκερ, ότι αυτή δεν είναι ένα ηχητικό συμβάν ή ένα συνονθύλευμα τυχαίων γλωσσικών σημείων, όπως νηπιακά πιστεύουν οι ως άνω «γλωσσολόγοι-συγγραφείς», αλλά η διαρκής και ασφαλής περισυλλογή των καθέκαστων όντων μέσα στην πιο αρχέγονη ενότηττα του Είναι. Αυτή η Χαϊντεγκεριανή περισυλλογή περιέχει το ίδιο ακριβώς νόημα με τη μνημονευθείσα στην §1 οργάνωση της σκέψης. Ποια είναι τούτη η αρχέγονη ενότητα ή συναρμογή του Είναι (μας); Είναι η αρχέγονη-ποίηση (Urdictung), εντός της οποίας η λέξη δεν είναι απλώς μια λεκτική ήχηση ή συνήχηση, αλλά το ίδιο το Είναι, ο λόγος που παραπέμπει στην αποκαλυπτική ομιλία αυτού του Είναι. Με τούτο το νόημα λέει ο Χάιντεγκερ ότι αυτός που ομιλεί πρωταρχικά δεν είναι ο άνθρωπος, αλλά η γλώσσα, η οποία, ομιλώντας, μας διανοίγει στην αλήθεια του Είναι.  Ως εκ τούτου, η ομιλία του ανθρώπου, που από άποψη ουσίας δεν είναι ξέχωρη από το Είναι του, οντολογικά μαρτυρείται ως συστατικό γνώρισμα  της ομιλίας της γλώσσας, επομένως εκδιπλώνεται πάντοτε ως αντ-απόκριση σε ό,τι λέγει και συλ-λέγει ο Λόγος.
 
§3

                            Από το έργο του Χάιντεγκερ:
                         Επιλογή κειμένων για τη γλώσσα

1.             «Η γλώσσα δεν είναι ούτε κάτι το υποκειμενικό ούτε κάτι το αντικειμενικό· επί της αρχής δεν εμπίπτει στο πεδίο εφαρμογής αυτής της αβάσιμης διαφοροποίησης. Η γλώσσα, ως ιστορική στην εκάστοτε περίπτωση, δεν είναι τίποτα άλλο από ένα γεγονός, όπου η εκθετότητα στο ον εξ ολοκλήρου εγχειρίζεται στο Είναι για να του ανταποκρίνεται. Η θελκτικότητα της κοιλάδας και η απειλή του βουνού και της μαινόμενης θάλασσας, το μεγαλείο των άστρων, η απορροφημένη ζωή στις ρίζες του φυτού και η ζωή σε κράτημα του ζώου, το υπολογισμένο φρένιασμα των μηχανών και η τραχύτητα του ιστορικού πράττειν, η τιθασευμένη μέθη για το έργο που δημιουργήθηκε και η ψυχρή παρατολμία του ερωτάν που καταγίνεται με τη γνώση, η σταθερή νηφαλιότητα της εργασίας και η σιωπηρότητα της καρδιάς – όλα αυτά είναι γλώσσα: το Είναι κερδίζει και χάνει μόνο μέσα στο συμβάν της γλώσσας. Η γλώσσα είναι η κυριαρχία του κέντρου (Mitte) του ιστορικού Dasein του λαού, του κέντρου που διαμορφώνει και διαφυλάττει έναν κόσμο».

2.             «Η Λογική για μας δεν είναι κάτι που ένα άτομο θα μπορούσε να κατασκευάσει εν μια νυχτί και να το διαθέσει στην αγορά ως εγχειρίδιο. Η Λογική δεν είναι ούτε μπορεί να είναι για χάρη της Λογικής. Το ερωτάν της συμβαίνει ως η μέριμνα της γνώσης σχετικά με το Είναι του όντος, ένα Είναι που αποκτά ισχύ, όταν μέσα στη γλώσσα συμβαίνει η κυριαρχία του κόσμου».

3.             «Η ουσία της γλώσσας δεν εκδηλώνεται εκεί, όπου η γλώσσα είναι παραφθαρμένη και ισοπεδωμένη, όπου τη διαστρεβλώνουν και την εξαναγκάζουν να μεταποιείται σε μέσο επικοινωνίας και όπου την υποβιβάζουν σε απλή έκφραση μιας λεγόμενης εσωτερικότητας. Η ουσία της γλώσσας αναπτύσσεται ως ουσία εκεί, όπου η γλώσσα συμβαίνει ως διαμορφωτική δύναμη του κόσμου, δηλαδή εκεί, όπου η γλώσσα εκ των προτέρων προεικονίζει, κατά πρώτο λόγο, το Είναι του όντος και το άγει σε συναρμογή. Η αρχέγονη γλώσσα είναι η γλώσσα της ποίησης. Ο ποιητής ωστόσο δεν είναι εκείνος που γράφει στίχους για το εκάστοτε σήμερα. Η ποίηση δεν αποτελεί κανέναν κατευνασμό για τα μικρά κορίτσια που ξετρελαίνονται, κανένα θέλγητρο για τους εστέτ που πιστεύουν ότι η τέχνη είναι για να την απολαμβάνουν και να τη γεύονται. Η αληθινή ποίηση είναι η γλώσσα εκείνου του Είναι, που ήδη προ πολλού μας έχει λεχθεί στο ομιλείν –ευρέως  εκδιπλωμένο ενώπιόν μας– και το οποίο ακόμη ποτέ δεν έχουμε προϋπαντήσει. Γι’ αυτό, η γλώσσα του ποιητή δεν είναι ποτέ σημερινή, αλλά πάντοτε παρελθούσα και ελευσόμενη. Ο ποιητής δεν είναι ποτέ σύγχρονος. Οι σύγχρονοι ποιητές μπορεί πράγματι να εντάσσονται σε ενώσεις, αλλά παρά ταύτα παραμένουν ένας παραλογισμός. Η ποίηση και κατ’ επέκταση η καθαυτό γλώσσα συμβαίνει μόνο εκεί, όπου η κυριαρχία του Είναι άγεται στο υπέρτερο άθικτο του αρχέγονου λόγου/λέξης».

4.             «Η γλώσσα δεν είναι ούτε μόνο το πεδίο έκφρασης ούτε μόνο το μέσο έκφρασης ούτε μόνο αμφότερα από κοινού. Ποίηση και σκέψη ποτέ δεν χρησιμοποιούν τη γλώσσα μόνο για να τις βοηθά να εκφράζονται· απεναντίας, ποίηση και σκέψη είναι εντός εαυτού το πρωταρχικό, ουσιώδες και γι’ αυτό το έσχατο ομιλείν που η γλώσσα ομιλεί μέσω του ανθρώπου».







Κυριακή, 15 Ιουλίου 2012

A. Camus: Από το παρά-λογο στην εξ-έγερση




Αλμπέρ Καμύ
1913-1960

Τι είναι ο επαναστατημένος άνθρωπος;

§1

Η περίπτωση του Καμύ παραπέμπει σε μια ιδιότυπη έκφανση της ανθρώπινης σκέψης, η οποία αρνείται να «εξορθολογίζεται» με όρους που υπαγορεύονται έξωθεν. Η βαρύτητα του έργου του, αν και ημιτελούς λόγω του άκαιρου θανάτου του, συνδέεται με μια πολύτροπη εμβίωση  ολόκληρου του Είναι του ως ενός ανθρώπου που βρέθηκε μόνος μέσα στον μόνο δυνατό κόσμο. Έτσι, το στοχαστικό στοιχείο αυτού του έργου δεν προκύπτει ως συσσωρευμένη γνώση ή πληροφόρηση από στείρες ή καθηκοντολογικές αναγνώσεις, αλλά ως αναζήτηση, ως εν έργω διεκδίκηση εκείνης της πνευματικής διαύγειας, που θα τον οδηγούσε πέρα από αυθαίρετες ιδεολογικές κατασκευές, από θολές θεολογικο-μεταφυσικές ερμηνείες, από ατελέσφορες και ματαιόδοξες θεωρήσεις. Τέτοιες πτυχές του θεωρείν, πίστευε ακράδαντα, είναι σκοταδιστικές και μας καθηλώνουν, ανήμπορους να αντιδράσουμε, μέσα στη «λογική» ή τις «λογικές» ξένων προς εμάς, προς τη μοίρα του καθενός μας, αντιλήψεων και βιο-συστημάτων. Εραστής, ο ίδιος, του φωτός, του φυσικού φωτός της ζωής και μάλιστα της μεσογειακής ζωής, συγκεντρώνει πάντοτε το βλέμμα του όχι «στα αργότερα» ενός κόσμου, που δεν ξέρουμε πώς και πότε θα έλθει, αλλά στο παροντικό, στο άμεσο, στο πλούσιο, από γήινη ευφροσύνη και φως, εκάστοτε εδώ και τώρα υπάρχειν. Η φυσική ομορφιά, δηλαδή η φυσικότητα του Είναι μας, της συνείδησής μας, η μη εμπλεκόμενη ή μη παραδεδομένη μέσα στις παρεμβατικές και όχι λιγότερο επεμβατικές «εκλογικεύσεις» των επιτήδειων συστημικών εν παντί καιρώ, οφείλει να είναι η πηγή της ενότητάς μας. Η αληθινή μας ενότητα δεν ενδημεί σε κάποια βασίλεια του θεού, των πνευμάτων ή των «χαρισματικών» ηγεμόνων, αλλά στη σύζευξή μας με το φως του θνητού ήλιου. 

§2

Το φυσικά όμορφο, το υπέρλαμπρο, το φωτεινό, το ευαίσθητο είναι πάντοτε θνητής υφής. Είναι η κατάσταση που γίνεται βιώσιμη στην (ή από την) απλή, καθαρή, σαφή, διαυγή συνείδηση· γι’ αυτό και η τελευταία παραμένει το αιτούμενο της καθημερινής μας βίωσης, το πρόταγμα μιας φιλοσοφικής στάσης ζωής. Και τούτο τίθεται με ακόμα πιο έντονη επίταση, όταν γνωρίζουμε ότι ο βαρύς «χειμώνας της ιστορίας» διατρέχει το πεπρωμένο μας και το καθορίζει, εν μέρει ή εν πολλοίς αναλόγως, χωρίς καν να μας ρωτήσει. Εδώ αξίζει να θυμηθούμε την πολύκροτη ρήση του Χέγκελ: είναι πολύ λίγες οι λευκές σελίδες της ιστορίας. Τι εξέθρεψε και εκτρέφει έναν τέτοιο «χειμώνα της ιστορίας»; Η αποκλειστική υπερίσχυση του έλλογου στοιχείου, με το νόημα κυρίως του Διαφωτιστικού-μετα-Διαφωτιστικού εργαλειακού Λόγου, που μετέτρεψε τον κόσμο σε ένα μηχανικό κατασκεύασμα, σε ένα παρά-λογο πεδίο δαιμονικών δυνάμεων. Ο Καμύ, κατ’ αυτό τον τρόπο, ξεκινά για την αναζήτηση της δικής του βεβαιότητας, με τα προαναφερθέντα στην §1 χαρακτηριστικά, από τούτο το παρά-λογο του κόσμου: δηλαδή από την αίσθηση μιας μηχανιστικής λογικής, η οποία είναι αυτή τούτη η «λογική» του σύγχρονου μεσαίωνα. Ο μεσαιωνικός χαρακτήρας της έγκειται στο ότι απανθρακώνει την ανθρώπινη συνείδηση και παράγει, με βήματα μαθηματικής προόδου, το έγκλημα πάσης φύσεως. Η αίσθηση αυτού του παραλόγου είναι η αρχή της βεβαιότητάς του: αρχίζει να υπάρχει, μας λέει ο φιλόσοφος, όταν κινείται από μια τέτοια αίσθηση. Το αληθές αυτού του κατά Καμύ ergo sum ενυπάρχει στο γεγονός ότι η κυρίαρχη λογική του κόσμου και των πραγμάτων μπορεί να αντιμετωπισθεί μόνο από το παρατηρητήριο του παρά-λόγου με το εξής νόημα: αυτό που συναντάμε στη ζωή μας, κατά κύριο λόγο ηχεί και δρα παράλογα· όταν απρόσμενα μας κατακλύζει ένα τέτοιο αίσθημα του παραλόγου, αρχίζουμε να συνειδητοποιούμε πως ο ανθρώπινος βίος έχει εκπέσει σε ένα είδος θεατρικής παράστασης· ο άνθρωπος γίνεται ξένος απέναντι και μέσα στη ζωή (του), εκτελεί απλώς  ξένους ρόλους και κάθε είδους σεμνοτυφία, ηθικός καθωσπρεπισμός, πολιτικά δέοντα ενισχύουν έτι περισσότερο το αίσθημα ή την αίσθηση της ξενότητας.

§3

Η εν λόγω αίσθηση του παραλόγου δεν είναι άγνωστη σε άλλους μεγάλους φιλοσόφους: απλώς εκφέρεται με την ιδιάζουσα στον καθένα γλώσσα. Η αλλοτρίωση, αποξένωση στον Χέγκελ και Μαρξ, η αγωνία στον Κίρκεγκωρ, η ανεστιότητα στον Χάιντεγκερ κ.λπ. –όλα τούτα είναι τρόποι για να διανοίγεται το ανθρώπινο Dasein στο φωτεινό μονοπάτι που του ταιριάζει. Ποιο φωτεινό μονοπάτι προ-τείνει ο Καμύ στον εαυτό του και κατ’ επέκταση σε μας; Εκείνο της εξ-έγερσης. Εάν η ιστορία του νεωτερικού ανθρώπου είναι ιστορία επικράτησης του παραλόγου, όχι λιγότερο είναι και ιστορία της εξέγερσης. Η έννοια της εξέγερσης προσλαμβάνει εδώ το χαρακτηριστικό νόημα μιας νέας, απόλυτα ελεύθερης από μεταφυσικές ή εξουσιαστικές χειραγωγήσεις, γεωμέτρησης της υπαρκτικής μας ζωής. Ο άνθρωπος καθίσταται πρωτίστως εσωτερικά ελεύθερος να σκεφτεί τα όρια της αυθυπαρξίας του και αναλόγως να δράσει εξωτερικά. Το ερώτημα που ανακύπτει εδώ είναι: από πού αντλεί τις αναγκαίες προϋποθέσεις ένα παράλογο έμβιο ον να εξεγείρεται; Από το γεγονός ότι αυτό και μόνο αυτό έχει εδραία αίσθηση της ανθρώπινης αξίας του, καθότι έχει γευθεί την «ταπείνωση» του ιστορικού του Είναι· γνωρίζει συνεπώς τι σημαίνει διαύγαση αυτού του Είναι και εναντιώνεται στην όποια εξωγενή ακύρωση τούτης της διαύγασης. Κινητήρια δύναμη της εξέγερσης είναι η ικανότητα του παράλογου να υπερβαίνει τη συνθήκη αδιαφορίας –που μας επιφυλάσσουν οι εκάστοτε καθεστωτικές δυνάμεις, γιατί έτσι διαιωνίζουν τον δικό τους εξουσιαστικό παραλογισμό– και να μετασχηματίζει την ανθρώπινη ύπαρξη σε ύπαρξη της απόφασης.

§4

 Όταν η εν λόγω ύπαρξη είναι σε θέση να αποφασίζει, εξέρχεται από τη μοναξιά της παράλογης κατάστασης και συναντά τον άλλο ή την άλλη ύπαρξη. Κατ’ αυτό το πνεύμα, η κατά Καμύ εξέγερση, όπως πολύ σωστά έχει παρατηρήσει ο Στ. Ροζάνης, δεν ταυτίζεται με την επανάσταση, όπως ξέρουμε ως τώρα την τελευταία. Γιατί δεν ταυτίζεται; Επειδή η δεύτερη εναλλάσσει στην εξουσία το ένα υποκείμενο με ένα άλλο, άρα δεν καταργεί την ξενιτεία των ανθρώπων, ενώ η πρώτη είναι ένα κίνημα κοινωνικό και συγχρόνως όχι μόνο κοινωνικό, αλλά και κίνημα της συνείδησης ενάντια στο άρρυθμο των εξωτερικών παραγόντων. Το άρρυθμο αυτό καταπολεμείται μόνο από μια συνείδηση που αισθάνεται δυσαρμονία απέναντί του και όχι με αξιωματικές ρήσεις και αντιρρήσεις, που συνήθως μας «φιλεύουν» τα εναλλασσόμενα στην εξουσία καθεστωτικά μορφώματα. Η εξέγερση λοιπόν εγγίζει και αφορά τον επαναστατημένο άνθρωπο. Ο τελευταίος δεν εμπιστεύεται τον εαυτό του στους «επαναστάτες» που υπόσχονται, μέσα από το πιο γενικόλογο, αφηρημένο, ανούσιο ιδεολογικό φλυαρείν, να του δώσουν πίσω τη χαμένη του άνοιξη. Ο επαναστατημένος άνθρωπος εξεγείρεται για χάρη του συγκεκριμένου και για να κερδίσει όλες τις πτυχές της ζωής του συγχρόνως. «Ανυπομονεί» να ευτυχήσει στο παρόν και όχι σε ένα αφηρημένο μέλλον. Ως εκ τούτου δεν λησμονεί, εν ονόματι οιωνδήποτε «επαναστατικών» καθηκόντων, τον παροντικό πόνο [=με το αρχέγονο νόημα εκ του πένομαι] της ύπαρξής του και του κόσμου ολόκληρου. Τότε είναι που απογυμνώνει τους «κυρίους του κόσμου» (Χέγκελ) από τις εξωϊστορικές, από τις «θείες» αρχές τους, δυνάμει των οποίων ποδοπατούν τη ρίζα της ανθρωπότητας.


Παρασκευή, 6 Ιουλίου 2012

Ηράκλειτος: Εντός των τειχών οι πολιτικοί βάρβαροι





Ηράκλειτος ο Εφέσιος:

Λήθη και πλάνη

§1

Διάχυτη είναι η αντίληψη πως η πολιτική παρακμή διάγει τον πιο βαρύ της χειμώνα. Η οξυμένη μορφή του παρόντος πολιτικού-κοινωνικού χειμώνα, έτσι όπως γνωρίζεται στον σύγχρονο κόσμο και πιο τραγελαφικά στον ελλαδικό χώρο, αποτελεί απλώς μια από τις τελευταίες φάσεις του ιστορικού χειμώνα της πολιτικής και του βιωμένου πολιτισμού της. Πρόκειται λοιπόν για την ιστορικότητα ενός πολιτικού ολέθρου, που είναι πανταχού παρών και για τον οποίο συνήθως πρώτοι κάνουν λιτανείες οι αποτυχημένοι πολιτικοί. Μια τέτοια ιστορικότητα ωστόσο  δεν προβάλλει ούτε οφείλει να προβάλλει εκάστοτε ως άλλοθι, προκειμένου να μην αισθάνεται κανείς, μέσα στο δικό του παρόν, την πνοή ενός Πολιτικού οικοδομήματος, κενού σε περιεχόμενο και μορφές. Έχει γίνει τόσο σύμφυτο με την τρέχουσα ζωή αυτό το κενό, ώστε οι λέξεις, πολιτική κρίση, σήψη, παρακμή και παρόμοιες εκφράσεις να έχουν καταντήσει αφηρημένα και ακίνδυνα συνθήματα χωρίς να αποκαλύπτουν τίποτα ή χωρίς να παραπέμπουν σε κάποιο αυθεντικό περιεχόμενο. Μάλιστα, οι ανίκανοι πολιτικοί, αυτοί οι καθ’ όλα υπεύθυνοι για την παρούσα καταστροφή, ενσωματώνουν μέσα στην πολιτική τους φλυαρία τέτοιες φράσεις και εκφράσεις για να επικαλύπτουν με το πέπλο της λήθης τις δικές τους εγκληματικές πολιτικές και να ανανεώνουν τον οδηγητικό τους ρόλο επί της αγελαίας μάζας. Πιο παραπλανητική γίνεται η συνθηματολογική φρασεολογία, όταν υπηρετεί εξουσιαστικές βλέψεις άκαπνων καθεστωτικών με «σοσιαλιστικό», «ριζοσπαστικό», «αριστερό» προσωπείο. Τον πιο  δίκαιο λόγο για όλο τούτο το γένος των καθεστωτικών, τον έχει διατυπώσει τελευταία ο Κοστάντσο Πρέβε: «ποτέ δεν έμαθαν να εφαρμόζουν τον μαρξισμό στον εαυτό τους και πίστεψαν ότι ο δικός τους μαρξισμός χρησίμευε μόνο για να ερμηνεύσει τους αστούς, τους καπιταλιστές, τους αιρετικούς κ.λπ.» (Κριτική ιστορία του μαρξισμού. Εκδ. ΚΨΜ, Αθήνα 2010, σ. 16).

§2

Η μνημονευθείσα καθεστωτική λογική δείχνει περίτρανα ότι οι βάρβαροι της Πολιτείας, ήγουν της πολιτικής, δεν βρίσκονται έξω από την πόλη, αλλά είναι εγκατεστημένοι εντός των τειχών. Ίδιον αυτών των «βαρβάρων» είναι η δυσαρμονία ιδιωτικού και δημόσιου βίου. Ως άρχοντες επικαλούνται το δημόσιο συμφέρον, για να υπηρετήσουν τα ιδιωτικά τους συμφέροντα. Αποδεικνύονται έτσι ότι είναι ένα συνονθύλευμα σκληροτράχηλων συντεχνιών, συνωμοτικών φατριών, που ως νέο-βάρβαροι έχουν καταλάβει την Πόλη. Για να επιβιώσει όμως στην εξουσία μια τέτοια κάστα χρειάζεται να μεταποιήσει και τους αρχόμενους σε παρόμοιο συνονθύλευμα. Τότε συμβαίνει η πλήρης ιδιωτικοποίηση της Πολιτείας: καμιά ειλικρινής δημόσια φωνή δεν μπορεί να αντισταθεί στην κομματική, συνδικαλιστική, δημοσιογραφική, φιλαθλο-υστερική αποβαρβάρωση μεγάλου μέρους των μαζών. Εκείνος που εναντιώθηκε πρώτος σε μια τέτοια ιδιωτικοποίηση της Πόλης, μέσα στην ιστορία του φιλοσοφικού-πολιτικού  στοχασμού, είναι ο πολύς Ηράκλειτος. Στο απ. Β1, για παράδειγμα, ομιλεί για την ανεξάντλητη δυναμική του κοινού-δημόσιου λόγου που κυβερνά τον κόσμο, μηδέ εξαιρουμένου και αυτού του πολιτικού κόσμου: ενώ όμως αυτός ο κοινός λόγος είναι παρών και καθιστά και τον, κατά λόγο, κόσμο παρόντα, οι άνθρωποι δεν έχουν καμιά πρόσβαση σε τούτη την κοινότητα λόγου και κόσμου· δηλαδή λησμονούν τον κοινό, δημόσιο λόγο και κόσμο, που είναι προσβάσιμος σε όλους, επειδή καθεύδουν. Τι εννοεί καθεύδουν; Ότι κινούνται από ελατήρια, από όνειρα, οπτασίες, οράματα ιδιωτικά και απατηλά. Μια τέτοια αποβαρβάρωση αρχόντων και αρχομένων δεν έχει αρχή και τέλος. Συντελεί στην καθίδρυση ενός «ανεστραμμένου κόσμου για τον κοινό νου» (Χέγκελ), που όμως περνάει για λογικός. Άρχουσα δύναμη είναι η ύβρις [(=αλαζονεία της εξουσίας) απ. Β43], η κοιλιοδουλεία  (απ. Β29), η συμπεριφορά «όνων που προτιμούν το άχυρο από το χρυσάφι» (απ.Β9), με μια λέξη: «οι βάρβαρες ψυχές» (απ. Β107).









Κυριακή, 1 Ιουλίου 2012

J.G.Fichte: Ατομικότητα και ελευθερία




Γιόχαν  γκότλιπ  Φίχτε
1762–1814

Ο ελεύθερος κόσμος της Ατομικότητας

§1

Πού εδράζεται το αίτημα για μια νέα σύλληψη της ατομικότηταςΣε ένα σύστημα των Εγώ ή των ατόμων, το οποίο προορίζεται να συγκροτήσει την αυθεντικότητα του κόσμου ως ενός ελεύθερου κόσμου των ατόμων. Στο πλαίσιο της νεώτερης μεταφυσικής, τα άτομα-μονάδες απηχούν απευθείας, χωρίς διαμεσολαβήσεις προεπιλεγμένων καθολικοτήτων, συμπτύξεις του Ενός, ας πούμε του θεού ή της Μιας ζωής. Αυτές οι συμπτύξεις,  ειλημμένες ενδοκοσμικά  ως συμπτύξεις ή συμπυκνώσεις επί μέρους Εγώ, συνιστούν για τον Φίχτε αναγκαίες συνθήκες για κάθε συνείδηση και  αυτοσυνείδηση. Η συνείδηση, ως εκ τούτου, γίνεται ή αποδεικνύεται πραγματική συνείδηση του εαυτού όχι σε μια θεωρησιακή της σύλληψη παρά μόνο και κύρια στην πρακτική της εκδήλωση: κατά την εκδήλωση τούτη καλείται όχι απλώς να εκφράσει, να εκδιπλώσει ή να εξωτερικεύσει τη δύναμη της ως άνω Μιας ζωής ή του Ενός, αλλά να αυτοπροσδιορίζεται συνεχώς ως ατομική δραστηριότητα, ήτοι ως ακατάπαυστα ενεργός ατομικότητα. Μια τέτοια ατομικότητα είναι η διάχυση της ελευθερίας στον κόσμο με τη μορφή ελεύθερων και ελεύθερα δρώντων ατόμων. Ο ενιαίος χαρακτήρας ή η μία έννοια της πολλαπλότητας αυτών των ατόμων, ως επί μέρους Εγώ, είναι η Εγώτητα (Ichheit).

 §2

Ετούτη η εγώτητα ενέχει τον χαρακτήρα της πνευματικότητας του ατόμου, της ιδεατότητας που υψώνεται πάνω από κάθε επί μέρους φυσική ή σωματική ατομικότητα και η οποία χαράσσει τον προορισμό της ατομικότητας ως μοναδικής, ενιαίας ουσίας, ως της κατά Χέγκελ Einzel(n)heit [=ενικότητας]. Αυτός ο προορισμός όμως δεν είναι ποτέ δεδομένος ούτε ντετερμινιστικά συναγμένος ή επιτελεσμένος· απεναντίας είναι η δυνατότητα που απαιτεί, που πρέπει να γίνεται πραγματικότητα. Η ψυχή τούτης της απαίτησης είναι η απόλυτη ελευθερία του ατόμου να δημιουργεί εκ νέου τον εαυτό του. Το να δημιουργεί εκ νέου τον εαυτό του σημαίνει να θέτει σκοπούς, εντός πάντοτε μιας πραγματικότητας –οντολογικής, κοινωνικής, πολιτικής, υπαρξιακής κ.λ.π– που δεν την έχει επιλέξει το ίδιο, και να τους πραγματοποιεί. Η πραγματοποίηση τούτη δεν είναι μια μονοσήμαντη και ίδια για όλα τα άτομα πορεία ζωής, αλλά εκτυλίσσεται με βάση τη μοναδικότητα και τη διαφορετικότητα του κάθε ατομικού όντος, πέρα από αφοριστικές γενικότητες ή ισοπεδώσεις, σαν αυτές που βιώνει, ας πούμε η ελληνική κοινωνία από τις πάσης φύσεως καθεστωτικές δυνάμεις της πολιτικής. Έτσι κάθε νέα ζωή, κάθε ατομικό ον που έρχεται στη ζωή, έχει μεν την οντολογική της/του ρίζα στη Μια ζωή, ωστόσο συνυφαίνεται με ένα νέο νόημα ζωής, το οποίο μπορεί να συλλάβει μόνο αυτό το εξατομικευμένο ον και κανένα άλλο.

§3

Σε κάθε περίπτωση, το εξατομικευμένο ον συλλαμβάνει και φανερώνει μέσα στον κόσμο ένα νέο νόημα ζωής πάντοτε ως ενεργό, επί μέρους ον του Ενός προορισμού του ανθρώπου. Αυτά τα επί μέρους δρώντα άτομα συναποτελούν ένα κλειστό σύστημα πολλών Εγώ, ανήκουν στη μια ενιαία πνευματική κοινότητα, καθότι σκεπτόμενα όντα. Απ’ αυτή την άποψη, η απεριόριστη ελευθερία δράσης των ενικών ατόμων δεν είναι μια  αμοραλιστική ή αυθαίρετη δραστηριότητα του ενός ενάντια στο άλλο –πόλεμος όλων εναντίον όλων όπως συμβαίνει με τους χαμαιλέοντες του εγχώριου αλλά και ξένου πολιτικού αμοραλισμού– παρά μια συντεταγμένη δράση με βάση επιταγές προορισμού. Με δεδομένο ότι αυτές οι επιταγές απευθύνονται σε όλα τα όντα και εξειδικεύονται με την ανάληψη από το κάθε άτομο της δικής του ελεύθερης πράξης, η εν λόγω συντεταγμένη δράση υπηρετεί τον κοινό προορισμό και έτσι επιτρέπει οι ατομικές ελευθερίες ή οι ατομικές στάσεις ελεύθερης δράσης να εναρμονίζονται μεταξύ τους. Η εναρμόνιση τούτη δεν είναι στιγμιαία αρμονία αντι-θέτων αλλά η όλο και πιο βαθιά εξοικείωση του κάθε ατόμου με αυτό που ιδιάζει στη φύση του και το οποίο όσο το γνωρίζει καλύτερα, όσο ενεργά το προσεγγίζει, τόσο το ενεργείν του συμβάλλει στην βαθύτερη νοηματική εκπλήρωση του όλου, μέρος του οποίου αποτελεί αυτό τούτο το άτομο. Αυτή η κατά Φίχτε σχέση όλου και μέρους, ατόμου και κοινότητας θα αποτελέσει τη βάση για την εγελιανή και περαιτέρω τη μαρξική διαλεκτική ατόμου και όλου.