Τρίτη, 25 Ιουνίου 2013

Μ. Κατσαρός: ο δραπέτης δούλος





Μιχάλης Κατσαρός


Ο δούλος:
 έγινε δραπέτης-όχι και ελεύθερος

§1
Εξηγητικές υποτυπώσεις

·     Ποιος είναι ο Μιχάλης Κατσαρός; Είναι ο ποιητής που δεν «παραδέχτηκε την ήττα» της μεταπολεμικής γενιάς, αλλά τη βίωσε ως πραγματική αφορμή –άκρως οδυνηρή βεβαίως– για να ξαναστήσει τον άνθρωπο, ως ανθρώπινο Είναι, οντολογικά δηλαδή, στο θρόνο του ελεύθερου οραματιστή, του μαχόμενου ποιητικού Εγώ [=δημιουργού] ενάντια βασικά στις απολογητικές ενοχές της καθεστωτικής «αριστεράς». Γιατί ενάντια σε αυτές; Επειδή με τη μάσκα ενός «ακαταμάχητου απελευθερωτικού» λόγου αναπαρήγαγαν και διαρκώς αναπαράγουν αστικοφεουδαρχικά κηρύγματα περί «ελευθερίας». Το αποτέλεσμα είναι να φενακίζουν τις συνειδήσεις. Η ιδεολογική ηγεμονία της καθεστωτικής «αριστεράς», καθ’ όλη τη μεταπολεμική περίοδο έως και σήμερα, δεν κήρυξε το τέλος του παλαιού βασιλείου κυριαρχίας, αλλά τον εξωραϊσμό του. Αποδυνάμωσε έτσι από μέσα κάθε αυθεντική επαναστατική ιδέα και ακινητοποίησε τεράστιες μάζες εντός των τειχών αυτού του βασιλείου. Όπως δείχνει ο Μ. Κατσαρός στο ποίημά του ο δούλος, τέτοια κηρύγματα-ιδεολογικές διαστροφές υποκαθιστούν την αυθεντική ελευθερία με τη δραπέτευση. Ο δούλος που δραπετεύει δεν παύει να είναι δούλος,  ενόσω δεν έχει απελευθερωθεί από το όλο συλλογικό πλέγμα δουλείας, που εκφράζεται με το κοινωνικό-πολιτικό σύστημα, και ενόσω δεν έχει συνείδηση μιας τέτοιας απελευθέρωσης.

·     Η δραπέτευση στο παρόν ποίημα προβιβάζει την ατομική διάθεση του δούλου να ξεφύγει από τα δεσμά της δουλικής του συμπεριφοράς απέναντι στους δημίους του, αλλά δεν θέτει υπό αμφισβήτηση τη συστημική τυραννία πάσης φύσεως, δεν οδηγεί σε κάποια αυθεντικά απελευθερωτική συλλογικότητα. Η διερώτηση επομένως, που διατρέχει την ποιητική σκέψη του Μ. Κατσαρού και με κάποιο τρόπο εμφανίζεται στο παρόν αλλά και σε κάθε ποίημά του τίθεται περίπου ως εξής: τι είναι η «συλλογικότητα» και το πλήθος; Αμφότερα τούτα είναι μορφώματα που στερούνται την ενεργό δύναμη των ριζικών αλλαγών: εκφράζουν την αδρανοποιημένη μάζα, την έντρομη και απαίσια, την αβέβαιη και πονηρή, που φρουρεί [=υπηρετεί] τους πύργους των τυράννων, κρατά την αναπνοή της μπροστά στην επισημότητά τους, επευφημεί τις παρελαύνουσες συνωμοσίες τους, ευχαριστιέται με τις αυλοκολακείες της. Το έμβλημα αυτής της συλλογικότητας ή αυτού του πλήθους είναι ο δούλος που ενώνει μέσα του τον έμπιστο κουβαλητή μιας υποτιμημένης ζωής και τον καχεκτικό υμνολόγο κάθε επερχόμενης βαρβαρότητας. Η στάση του δούλου απηχεί ένα ακρωτηριασμένο αγαλμάτιο της καταπιεσμένης ύπαρξης και φωτίζει τον φθοροποιό χαρακτήρα των συλλογικοτήτων καθεστωτικής πνοής, ακόμη κι αν οι τελευταίες προβάλλουν με «αριστερή» μεταμφίεση.

·     Ο ποιητής φιλοτεχνεί, με μια κοφτή αλλά πυκνή σε σχήματα ποιητική γλώσσα, το πορτρέτο του δούλου, απέναντι στο οποίο το ποιητικό Εγώ ορθώνεται ως άρνηση και ως εξ-έγερση. Αρνείται, αυτό που δεν δύναται να αρνηθεί, αλλά ενσαρκώνει ο δούλος, δηλαδή τον υπαρκτό και τον επερχόμενο μεσαίωνα, και εξ-εγείρεται απέναντι σε αυτόν-εδώ: «σηκώνει έναν άλλο πύργο ατίθασο». Όσο ορατός κι αν γίνεται αυτός ο μεσαίωνας στο παρόν ποίημα, δεν παύει να είναι η πιο σκοτεινή όψη της κοινωνίας, που συγκαλύπτει τους ενόχους και ενοχοποιεί τους αθώους. Να γιατί το ποιητικό Εγώ βαδίζει μονάχο, ως ένας ρομαντικός επαναστάτης που πάντοτε θέλει να ανακαλύπτει τη δράση πέραν της αστικής αποξένωσης, καθώς και πέραν της καπηλείας από τους ιδεολογικούς συντρόφους ή πέραν της κιβδηλίας τους. Ακριβώς επειδή το ποιητικό Εγώ δρα ως ρομαντικός επαναστάτης, είναι πάντοτε υποψιασμένο· διαφορετικά θα ήταν μια επί πλέον μυλόπετρα στο μύλο των δόλιων συντεχνιών. Ετούτο το υποψιασμένο-Είναι του ποιητή δίνει έμφαση σε μια προσωπική πορεία, που υψώνεται απελευθερωτικά απέναντι στη δουλική υποταγή:
                 
                    «Το ζήτημα πια έχει τεθεί:
    Ή θα εξακολουθούμε να γονατίζουμε
   όπως αυτός ο δραπέτης
   ή θα σηκώσουμε άλλον πύργο ατίθασο
   απέναντί τους»


                                                         §2
                                  
                                Ο Δούλος

Ο Δούλος που δραπέτευσε
έλεγε προσευχές στους φιλήσυχους πολίτες
γονατίζοντας σε λιγδωμένα προσκέφαλα.
Εγώ δεν ήλπιζα πως μπορεί να σωθεί.
Οι χωροφύλακες έχουν γερή όραση –
δε διαλύονται με αυταπάτες και ψυχοσάββατα.

Τώρα αυτός που επέμενε να ρωτάει
φαίνεται θα ’ταν αποφασισμένος για θάνατο
ή θα ’ταν κρυφός κατάσκοπος που δεν  φοβάται.

Εγώ πάντως
εξακολουθούσα να βλέπω τον επερχόμενο
     μεσαίωνα
με φάλαγγες πιστών
με αργυρά δισκοπότηρα αφρίζοντα αίμα
με σημαιοστολισμούς και παρελάσεις
με ραβδούχους καλοθρεμμένους καλόγερους
εικόνες από παλιές εκστρατείες
                                              και τυφεκισμούς
ήρωες με αυστηρά βλέμματα
Άμες δε γ’ εσόμεθα
πληρωμένη εκπαίδευση
θεός αγέρας τα στοιχεία της φύσεως
                         κλειδωμένα στην εποχή σε χάλκινα      θησαυροφυλάκια.

Αν άξαφνα σας γεννηθεί το ερώτημα
πως τα κατάφερε αυτός ο θνητός
μέσα σ’ αυτό το βαρύγδουπο διαπασών των ύμνων
να δραπετεύσει με αληθινό λαμπερόν ήλιο
με αληθινές εξαρτήσεις του βίου –
αν δεν μπορείτε να καταλάβετε
τι τον οδήγησε σ’ αυτό το τελευταίο διάβημα
που βρήκε την έξοδο αφού γύρω ήταν μπετόν
αφού γύρω τραγούδαγε η φοιτήτρια
ένα τραγούδι ιστορικό παλιών ηρώων
τότε
δε θα ’χετε δει κάτι κρυφές μικρές πόρτες
όμως ολοφάνερες στα μάτια των ειδικών
δε θα ’χετε δει το ραγισμένο τοίχο
                          όπου βλασταίνουν κάτι φυτά
πάνω σ’ ασβέστη κίτρινο απ’ την πολυκαιρία.

Το ζήτημα πια έχει τεθεί:

Ή θα εξακολουθούμε να γονατίζουμε
     όπως αυτός ο δραπέτης
ή θα σηκώσουμε άλλον πύργο ατίθασο
     απέναντί τους.





Σάββατο, 15 Ιουνίου 2013

Φιλοσοφικό Συνέδριο: τι είπε ο Πλάτων;






 Το συνέδριο θα διεξαχθεί στη Θεσσαλονίκη: Κεντρική Δημοτική Βιβλιοθήκη. Ημέρες και ώρες θα ανακοινωθούν το φθινόπωρο.



Διάλογος με τη φιλοσοφία
και για τη φιλοσοφία

§1

Όσο  γνωστός λογίζεται εξ ακοής ο Πλάτων ως όνομα τόσο άγνωστη αποδεικνύεται συχνά–πυκνά η ενδότερη φιλοσοφική του σκέψη. Αναμφίβολα υπάρχουν σπουδαίες μελέτες και συστηματική έρευνα επί του έργου του σε διεθνές κυρίως επίπεδο· στο ελληνικό στερέωμα όμως διαχρονικά παρατηρούνται σποραδικές μόνο εμβαθύνσεις στην Πλατωνική φιλοσοφία και γενναίες ατομικές προσπάθειες. Συλλογικές πράξεις ερμηνείας αυτής της φιλοσοφίας αποτελούν κάτι το σπάνιο. Αντίθετα δεν είναι σπάνια μια επιφανειακή ενασχόληση με τον Πλάτωνα και κάποιοι απόλυτοι αφορισμοί χωρίς καμιά φιλοσοφική βαρύτητα. Μια καλή ανάγνωση του Πλάτωνα γιγαντώνει τον φιλοσοφικό προβληματισμό όχι μόνο για το χθες, αλλά και για το πολύπλοκο σήμερα. Με  αυτόν τον Ολύμπιο Δία συμβαίνει περίπου ό,τι και με τη σκέψη του Μαρξ σε σχέση με τον Χέγκελ. Εάν θέλει κανείς να καταλάβει το Κεφάλαιο του Μαρξ, αλλά και τη συνολική του σκέψη, πρέπει αναγκαίως να μελετά εμβριθώς και διαρκώς Χέγκελ. Εάν θέλει κανείς να διεισδύσει στην ιστορικότητα του ανθρώπινου Είναι, αλλά και να κατανοήσει σφαιρικά το σήμερα, πρέπει αναγκαίως να γυρίζει ξανά και ξανά πίσω στον Πλάτωνα.
 
§2

Το αναγγελθέν συνέδριο για τον Πλάτωνα μπορεί να αποτελέσει σημαντικό βήμα για να αναδειχτούν θεμελιώδεις κατευθύνσεις της Πλατωνικής φιλοσοφίας, αλλά και ειδικότερες πτυχές μιας κοινωνικοπολιτικής σκέψης που ρίχνει άπλετο φάος στο χάος του μετα-νεωτερικού παραληρήματος. Είναι γεγονός πως ο Πλάτων, με κάθε αφορμή, έδινε έμφαση στις επιστημονικές σπουδές. Εν τούτοις, ο ύψιστος σκοπός της διδασκαλίας του ήταν κοινωνικο-ηθικός. Η θεωρία της κοινωνικής ηθικής (Sittlichkeit), που ανέπτυξε στη νεωτερική εποχή ο Χέγκελ, ανάγει την αρχέγονη πηγή της στην πλατωνική θεωρία του κοινωνικο-ηθικού Είναι της πολιτείας και των ανθρώπων. Αυτού του είδους η κοινωνική ηθική, τότε και τώρα, ανοίγει τον δρόμο για να οικοδομείται μια αυτοκυβερνώμενη κοινότητα ανθρώπων σε εναντίωση προς τις αυταρχικές εξουσίες πολλών ιδεολογικά φορτισμένων «κοινωνιστών» του παρόντος. Οι φιλοσοφικές ιδέες, με τις οποίες πίστευε πως θα αναδείξει την αληθινή πολιτική, επιχειρούσαν να μετασχηματίσουν εκ θεμελίων το πολιτικό γίγνεσθαι, έτσι ώστε και στο τελευταίο γράμμα του νόμου να υπάρχει το πνεύμα της αλληλοκατανόησης και της κοινής πράξης. Αξίζει να αναφερθεί εδώ ό,τι οι μεγάλες συλλήψεις των Νόμων, που λειτουργούν σε συνάφεια με τις ανάλογες συλλήψεις της Πολιτείας, είναι βαθμιαίο δημιούργημα  δοκιμασμένων εμπειριών. 

§3

Μια από τις κύριες επιδιώξεις του Πλάτωνα ήταν να θεμελιώσει την πολιτική πάνω σε φιλοσοφικά θεμέλια, γι’ αυτό και έθετε την αναγκαιότητα:  οι αληθινοί φιλόσοφοι να ασχοληθούν με την ενεργό πολιτική δράση, ώστε να υπερασπιστούν το δημόσιο συμφέρον και να εργαστούν για την ευτυχία της πολιτείας ενάντια στην ιδιοτέλεια των συμφεροντολόγων πολιτικών. Οι τελευταίοι, σύμφωνα με τον φιλόσοφο,  έχουν αποδειχθεί στην πράξη πως διέπονται από τη μισολογία, δηλαδή από το μίσος, την απέχθεια, προς τον λόγο. Γι’ αυτό χαρακτηρίζονται ως απαίδευτοι, αδίστακτοι και ως πραγματικοί κηφήνες. Απεναντίας, οι αληθινοί φιλόσοφοι μπορούν να αλλάξουν ριζικά τη φαύλη πολιτεία, γιατί  μετέχουν στον νοητό χώρο των καθαρών ιδεών: διάγουν έναν βίο που στηρίζεται στη διαλεκτική σκέψη και έτσι αίρονται πάνω από το παράλογο του φιλόνικου και του φιλοκερδούς. Ο αληθινός φιλόσοφος βιώνει πάντοτε μια μεταστροφή, περιαγωγή της ψυχής, που αλλάζει ολόκληρη τη ζωή του. Έτσι τοποθετείται πέρα και πάνω από τον πολιτικό εγωισμό και τις μικρότητες της καθημερινής πολιτικής. Γράφει σχετικά ο Πλάτων στον Θεαίτητο (173):

·     «Οι φιλόσοφοι από νέοι δεν ξέρουν το δρόμο για την αγορά ούτε πού είναι το δικαστήριο ή το βουλευτήριο ή κάποιο άλλο δημόσιο κατάστημα της πόλης. Και τους νόμους και τα ψηφίσματα, τα προφορικά ή τα γραπτά, ούτε τα βλέπουν ούτε τα ακούνε. Και η σπουδή που δείχνουν οι πολιτικές συντεχνίες για την εξουσία και οι συνεδριάσεις και τα τραπέζια και τα νυχτερινά γλεντοκόπια με τις αυλητρίδες ούτε στον ύπνο τους δεν τους συμβαίνουν».

·     «Ο φιλόσοφος μόνο με το σώμα του  βρίσκεται στην πόλη και παρεπιδημεί· ο νους του όμως …πετάει πάνω από τη γη … και πέρα από τον ουρανό …και ερευνά τη φύση των όντων. Και όταν πρόκειται για βρισιές, δεν συνηθίζει να βρίζει κανέναν, αφού δεν ασχολήθηκε ποτέ με κανέναν… Όταν ακούει να εγκωμιάζουν κανένα βασιλιά ή τύραννο νομίζει πως ακούει να μακαρίζουν κανένα χοιροβοσκό ή βουκόλο που αρμέγει γάλα. Νομίζει μάλιστα πως οι βασιλείς και οι τύραννοι φυλάνε και αρμέγουν ζώα πιο δύστροπα και πιο ύπουλα από τους ποιμένες και πως, επειδή τους λείπει η σχόλη, γίνονται κατ’ ανάγκη εξίσου αγροίκοι και απαίδευτοι, όπως οι ποιμένες».








Κυριακή, 9 Ιουνίου 2013

Τι είναι ο μετα-νεωτερικός ολοκληρωτισμός;


Όταν το προ-νεωτερικό γερνάει,
το μετα-νεωτερικό καταρρέι

§1

Αφότου ο Lyotard μίλησε για μετα-νεωτερική κατάσταση και συνετέλεσε, ώστε να διαδοθεί ευρέως η έννοια της μετα-νεωτερικότητας, αρκετές σύγχρονες φιλοσοφικές και κοινωνιολογικές ερμηνείες εστιάζονται λιγότερο στην ανάγκη ανάδυσης ενός νέου κοινωνικού συστήματος και περισσότερο σε θεσμικές μεταρρυθμίσεις, που εν μέρει ή εν πολλοίς τις υπαγορεύει  η ίδια η πληροφορική δομή της κοινωνίας δυτικού τύπου. Στο πλαίσιο τέτοιων πιθανών μεταρρυθμίσεων, συνήθως γίνεται μετατόπιση των πολιτικών ιδεολογιών, σχεδιασμών ή πρακτικών από ένα σύστημα παραγωγής υλικών αγαθών με αντίστοιχη άνοδο του βιοτικού επιπέδου των ανθρώπων σε ένα σύστημα οργάνωσης της πληροφορίας ως παρα-πληροφορίας: δηλαδή συστηματικής και συστημικής παραπληροφόρησης. Αυτή ωστόσο η μετατόπιση έχει και την «επιστημονική» της δικαιολόγηση, που εκπορεύεται συνήθως από συστημικούς «διανοούμενους» μειωμένης πνευματικότητας, αλλά απύθμενης αερολογίας (Χάιντεγκερ). Μια ανεξέλεγκτη ανεπιστημονική σκοπιμότητα ετούτης της αερολογίας  εισδύει κάθε φορά στις μάζες και τις συσκοτίζει –ή ακόμη και στην ίδια τη σοβαρή επιστημονική αναζήτηση και [δύναται να] την αποπροσανατολίζει– με τη γενική μορφή επιστημολογικών εγχειρημάτων. Σε τούτα τα εγχειρήματα ανήκουν κατά περιόδους οι «μεγάλες αφηγήσεις» για οικονομικούς σχεδιασμούς, για φιλοσοφικές,  κοινωνιολογικές, ιστορικές και άλλες «επ-εξηγήσεις» ή για πολιτικά προτάγματα «σωτήριας» εθνικής ευθύνης.

§2

Η σύγχυση από τέτοιες «μεγάλες αφηγήσεις» εκφράζεται, κατά κανόνα, με την [ή στην] αδυναμία να αντιλαμβανόμαστε πως μας έχει παγιδεύσει ένας κόσμος συμβάντων, τον οποίο αδυνατούμε να ελέγξουμε. Με όρους του Μαρξ ένας τέτοιος κόσμος εμφανίζεται μέσα στην ιστορία ως ένας κόσμος από ασυνέχειες και μπορεί να ελεγχθεί μέσα από γενικές αρχές. Ο χαρακτήρας της ασυνέχειας όμως δεν είναι πάντοτε ο ίδιος. Άλλη ήταν, για παράδειγμα, η ασυνέχεια/οι ασυνέχειες κατά τη φάση μετάβασης από τη φεουδαρχική στην αστική κοινωνία, άλλη ή άλλες στη μετα-νεωτερική ή μετα-καπιταλιστική εποχή. Το ζητούμενο στους μετα-νεωτερικούς ή μετα-μοντέρνους καιρούς δεν είναι η παραγνώριση ή επικάλυψη του ως άνω κόσμου συμβάντων με επιτηδεύσεις γενικών κατευθύνσεων ή επιστημολογικών-συστημικών θεμελιώσεων, αλλά η αποκάλυψη του εκάστοτε συγκαλυπτόμενου ή συγκαλυμμένου. Αποκάλυψη δεν σημαίνει μια επί πλέον μεταφυσική θεώρηση, έστω και με υλιστικούς όρους, αλλά, πριν απ’ όλα, διάγνωση του παρόντος. Τι συμβαίνει, ανάμεσα στα άλλα, στο παρόν; Σε επίπεδο πολιτικού συστήματος, η μαζική δημοκρατία ολοκληρώνεται με ολοκληρωτικές, κατά το μάλλον ή ήττον, μεθόδους και πρακτικές. Σε επίπεδο οικονομίας, ο εν λόγω ολοκληρωτικός χαρακτήρας εκδηλώνεται ως ολοκληρωτική «κατάληψη», ήτοι εξάρτηση, της παραγωγής από άψυχες δυνάμεις, που πλανιούνται ως φάντασμα πάνω από τις ζωντανές δυνάμεις: ολοκληρωτική εμπορευματοποίηση της παραγωγής και της μισθωτής εργασίας· ολοκληρωτικός «εξορθολογισμός» με τη μορφή του γραφειοκρατικού συγκεντρωτισμού  και με μια ένοχη αξιοποίηση της τεχνολογίας.
 
§3

Αυτός ο ολοκληρωτικός «εξορθολογισμός» διέπεται από αξεδιάλυτες αντιφάσεις: θεωρητικά υποτίθεται πως ως «εξορθολογισμός» πλημμυρίζει την ανθρώπινη κοινωνία με βεβαιότητα ή με μια βέβαιη γνώση, με εμπιστοσύνη και αξιοπιστία· πρακτικά όμως την οδηγεί σε κατάρρευση μέσα στα [ή μέσα από τα] κύματα της επίγνωσης πως καμιά γνώση δεν είναι βέβαιη, πως ό,τι θεμελιωτικό –επιστημονικά ή φιλοσοφικά– προϋπήρξε, αποδεικνύεται αναξιόπιστο. Το μετα-νεωτερικής υφής ξερίζωμα του συγκεκριμένου θεμελιωτισμού συμπορεύεται με το ιδεολόγημα περί «τέλους της ιστορίας». Τούτο υποδηλώνει πως η νεωτερικότητα, ήγουν μετα-νεωτερικότητα, ενσωματώνει κάθε τοπικότητα σε έναν επεκτατικό μετασχηματισμό του χώρου, που φέρει το όνομα παγκοσμιοποίηση. Η τελευταία δεν είναι πια ένα λεκτικό σχήμα, αλλά η προμελετημένα βίαιη επικράτηση παγκόσμιων κοινωνικών σχέσεων, όπου κάθε τοπική σχέση, ως συμβάν, χάνει την αυτονομία της και καθορίζεται από άλλα συμβάντα των πιο απόμακρων τοπικοτήτων. Κάτι τέτοιο συμβαίνει κατά κόρον στην Ελλαδική κοινωνία, ώστε ανθρώπους και πράγματα, όλους και όλα να τα κυβερνά μια οντολογική αβεβαιότητα. Και το σύστημα του έθνους-κράτους; Αποδείχτηκε πολύ μικρό και ανίσχυρο για υπεράσπιση του εαυτού του, πολύ κραταιό όμως για να επιδαψιλεύει στους κρατικούς-εξουσιαστικούς μοχλούς της παγκοσμιοποιημένης κοινωνίας αβρότητες και τελετουργικές ευγένειες εκδούλευσης. Κατ’ αυτό τον τρόπο μπορεί να κατανοείται καλύτερα ο μαρασμός της νεοελληνικής πραγματικότητας. Οποιαδήποτε άλλη ιδεολογική επιχρύσωση ή παρηγορητική ανορθολογικότητα επιβεβαιώνει αυτό τον μαρασμό, καθώς δεν αντιστέκεται στη ραγδαία αύξηση της ολοκληρωτικής εξουσίας.


Τετάρτη, 5 Ιουνίου 2013

Hegel: Τι σημαίνει ελευθερία σκέψης;




Η φιλοσοφία ως διαλεκτική ελεύθερης σκέψης

§1

Για να αναζητεί κανείς την ελευθερία σκέψης πρέπει πρώτα να προσδιορίζει: τι είναι σκέψη; Τι είναι λοιπόν σκέψη για τον Χέγκελ; Είναι η «Γνώση του καθολικού (Wissen des Allgemeinen)» (Die Vernunft in der Geschichte, σ. 56). Μια τέτοια Γνώση όμως δεν συμβαίνει ερήμην του ανθρώπου, αλλά μόνο στο δικό του πεδίο: η Γνώση δηλαδή παραπέμπει στο ίδιο το Είναι του ανθρώπου ως συνείδηση (Bewußtsein), ως ενεργό, ατομικό, ζωντανό Εγώ που τελεί σε έλλογη σχέση με την ιστορική του ύπαρξή, με την ιστορικότητα δηλαδή του Dasein του: αντικειμενικά είναι ο Εαυτός και το άλλως-Είναι του Εαυτού· ήτοι το αντι-κείμενο (Gegen-stand), το Πραγματικό  που κείτεται απέναντι στον Εαυτό και συνδέεται μαζί του –λιγότερο ή περισσότερο– έλλογα. Υποκειμενικά είναι ο Εαυτός που εξελίσσεται ιστορικο-Λογικά: αποκτά επίγνωση της συγκεκριμένης του ιστορικότητας, την εσωτερικεύει, την καθιστά δηλαδή περιεχόμενο σκέψης ή πνευματικό του περιεχόμενο, και έτσι εισέρχεται μέσα στην Ιστορία ως Bewußt-Sein [=συνειδητό-Είναι]: ως σκεπτόμενο πνεύμα, ως το πνεύμα που έχει αυτοσυνείδηση.


§2

Ιδωμένη υπό το βλέμμα της εγελιανής διαλεκτικής, η πιο πάνω Γνώση είναι  η μορφή: η στάση ή σχέση ζωής, η συμπεριφορά του πνεύματος· το περιεχόμενο είναι όλη η ως άνω ιστορικο-λογική κίνηση του πνεύματος που το κάνει να είναι σκεπτόμενο ή αυτοσυνείδητο πνεύμα, δηλαδή να είναι ο άνθρωπος ως τέτοιο πνεύμα. Με αυτό το νόημα, μας λέει ο γερμανός φιλόσοφος, ο άνθρωπος προορίζεται να είναι σκεπτόμενο ον και έτσι να διαφοροποιείται από το ζώο (ό.π.). Η σκέψη, στη συνάφεια τούτη, είναι η ρίζα της φύσης του ανθρώπου (ό.π., σ. 57), που του επιτρέπει να εγκαθίσταται στο θρόνο της ιστορίας όχι ως μια απλώς φυσική [=όχι ακόμα πνευματική] αμεσότητα ή, όπως λέει ο Χέγκελ στη Φαινομενολογία του πνεύματος, ως φυσική συνείδηση , αλλά ως το πνεύμα ή το Είναι, που γνωσιο-οντο-λογικά μέλλει να ολοκληρώνει τον κύκλο του, δηλαδή την προαναφερθείσα καθολική κίνηση [=τη Γνώση του καθολικού], ως επιστροφή εντός εαυτού. Και η φιλοσοφία πώς νοείται εδώ; Ως η ικανότητα της σκέψης να σκέπτεται τον εαυτό της, δηλαδή να είναι η εν λόγω καθολική κίνηση ως σκεπτόμενη ή ως πνευματική εξέλιξη ή ανάπτυξη.

§3

Η φιλοσοφία, ως τέτοια ικανότητα και καθολική κίνηση, δεν παύει να είναι ριζικός μεταστοχασμός. Ακριβώς επειδή είναι ένας τέτοιος μεταστοχασμός, μέσα στην κινητική της καθολικότητα συμπεριλαμβάνει και την υλικότητα της νόησης. Τούτο υποδηλώνει πως ο Χέγκελ δεν αντιπαραθέτει το υλικό στο πνευματικό, αλλά τα συλλαμβάνει στη διαλεκτική τους ανέλιξη ή στη διαλεκτική πορεία προς τα μέσα, προς το βάθος της σκέψης ή της μνημονευθείσας μορφής ή της καθολικής ιδέας, και προς τα έξω, προς το αντι-κειμενικό. Αλλά μέσα στην ένταση της εξωτερικότητας η σκέψη είναι ανάπτυξη όχι με τη μορφή του διασκορπισμού, της διασποράς ή της διάλυσης, παρά με εκείνη της  συνεκτικής κίνησης του όλου. Τι σημαίνει όμως τούτη η συνεκτικότητα; Πως η σκέψη ή η φιλοσοφία, ως σκεπτόμενη ανάπτυξη, μέσα στην εξωτερικότητα ασκεί την ελευθερία της: δηλαδή δεν είναι μια απλή παράσταση του αντι-κειμένου ή απλοϊκή γνώμη ή γνώση, αλλά η καθολική-νοηματική Εν-ότητα του Εαυτού και του αντι-κειμένου.  Η ελευθερία της σκέψης, κατ’ αυτή την έννοια, είναι η συνείδηση ελευθερίας ως καθολική διαλεκτική κίνηση, που διατρέχει τη σκέψη –προς τα μέσα και προς τα έξω– και της επιτρέπει να αναγνωρίζει  «το Είναι –που μπορεί να είναι και ο εαυτός της– ως την ουσία των πραγμάτων, ως την απόλυτη ολότητα και την εμμενή ουσία όλων· επομένως, να το συλλαμβάνει ως σκέψη, ακόμη κι αν επρόκειτο να είναι ένα εξωτερικό Είναι» (Werke 18, σ. 116).