Δευτέρα 5 Αυγούστου 2013

Hegel: η βασική σκέψη της Φαινομενολογίας του πνεύματος





Γκέοργκ  Χέγκελ
1770-1831

Διαλεκτική ή εργαλειακή ανάγνωση της Φαινομενολογίας του πνεύματος;

                                                             §1

Τα θεμελιώδη-διαλεκτικά στοιχεία που συγκροτούν τη σκέψη της εγελιανής Φαινομενολογίας του πνεύματος συνδέονται με τη Γνώση (Wissen) και την εκδήλωσή της ή την εμφάνισή της.  Και τούτο, γιατί θέμα του συγκεκριμένου έργου είναι ακριβώς η φαινόμενη ή εμφανιζόμενη Γνώση (das erscheinende Wissen) [§77]. Μια τέτοια Γνώση, βέβαια, δεν νοείται ως σχετιζόμενη με τα φαινόμενα, όπως στον Καντ, αλλά ως εμφανιζόμενη μέσα σε μια ιστορική ανάπτυξη: είναι πραγματική μόνο μέσα στην ιστορία. Τι καταλαβαίνει ο Χέγκελ με αυτή την ιστορικά εμφανιζόμενη Γνώση; Πως ετούτη δεν είναι εξ αποκαλύψεως παρούσα εδώ και τώρα και ακόμη πως ό,τι παρουσιάζεται εδώ και τώρα με την αίσθηση της σίγουρης γνώσης –δηλαδή ως αισθητήρια βεβαιότητα– δεν είναι η Γνώση ως περιδινούμενο και αποδεδειγμένα αληθινό όλο: Γνώση του απόλυτου ή απόλυτη Γνώση. Η ανάπτυξη της τελευταίας τούτης συνυφαίνεται με μια φιλοσοφική διαδικασία, διεργασία ή σχέση γνώσης, με αυτό δηλαδή που ο Χέγκελ ονομάζει Erkennen (=γνωρίζειν) και του οποίου η δραστηριότητα δεν  ξεχωρίζει  τον εαυτό της από το προς γνώση.  Το ερώτημα εδώ τίθεται ως εξής: Γνώση (Wissen) και γνωρίζειν (Erkennen) είναι το ίδιο πράγμα; Αμφότερα τούτα τα μεγέθη δεν είναι αντίπαλα ή αδιάφορα μεταξύ τους, αλλά ούτε και απόλυτα ταυτά. Το πρώτο μέγεθος, καθότι απόλυτο, αποδεικνύεται στο τέλος ό,τι είναι στην αρχή, το δεύτερο είναι η εγγενής διαλεκτική διαδικασία ή διεργασία αυτο-εκδίπλωσης και αυτο-ανάπτυξης του πρώτου.

                                                           §2

Ανάλογα με το πώς κατανοεί κανείς το γνωρίζειν εργαλειοποιεί ή διαλεκτικοποιεί τη σκέψη της Φαινομενολογίας του πνεύματος. Η δεσπόζουσα αντίληψη της φιλοσοφίας, σύμφωνα με τον Χέγκελ, είναι η εξής:

«…στη φιλοσοφία, πριν αρχίσουμε να ασχολούμαστε με το ίδιο το Πράγμα, δηλαδή με το πραγματικό γνωρίζειν αυτού, προηγουμένως πρέπει κατ’ ανάγκη να δώσουμε εξηγήσεις για το γνωρίζειν ως το όργανο, με τη βοήθεια του οποίου κατισχύει κανείς του Απόλυτου ή ως το μέσο, δια του οποίου το ανακαλύπτει» (Φαινομενολογία του πνεύματος Ι, § 73).

Εδώ αρχίζει ο Χέγκελ να εξετάζει κριτικά τη γνωσιοκριτική αντίληψη της φιλοσοφίας, όπως κυρίως την εξέφραζε ο Καντ, και σύμφωνα με την οποία, για να μπορούμε να συλλαμβάνουμε καλύτερα την ουσία της φιλοσοφικής σκέψης ή γνώσης, πρέπει πρωτύτερα να διερευνούμε την ικανότητα του ίδιου του γνωρίζειν για μια τέτοια φιλοσοφική εργασία: δηλαδή πρέπει να δούμε το γνωρίζειν ως όργανο ή εργαλείο και ως μέσο. Εάν θεωρούμε τη γνωριστική διαδικασία [:γνωρίζειν] εργαλείο σημαίνει: α) ότι δεν την αντιμετωπίζουμε έτσι όπως είναι: με το νόημα της εμμενούς γνωσιακής εκδίπλωσης του απόλυτου [:Γνώσης του απόλυτου] ως τέτοιου που είναι για τον εαυτό του και φέρει μέσα του τη δυνατότητα-ικανότητα ή τη δύναμη της αυτογνωσίας του· β) απεναντίας την εισάγουμε έξωθεν: επεμβαίνουμε και αλλοιώνουμε τη   διεαυτή του φύση. Το μετατρέπουμε δηλαδή σε μια εξωτερική υπόθεση της συνείδησης και δεν το αφήνουμε να εξελίσσεται ως η διαλεκτική της εμπειρία.

                                                            §3

Εάν πάλι θεωρούμε την εν λόγω διαδικασία μέσο, τότε παραβλέπουμε την καθεαυτή του φύση: δηλαδή  προσλαμβάνουμε το απόλυτο όπως είναι σε αυτό και δι’ αυτού του μέσου και όχι όπως είναι καθεαυτό [=εμμενώς δυνάμει αυτο-αναπτυσσόμενο]. Με αυτές τις διερευνήσεις ­–που παρουσιάζει πολύ συγκεκριμένα ο Χέγκελ στην Εισαγωγή της Φαινομενολογίας του πνεύματος–  καταδεικνύει πως μια απλή γνωσιοθεωρητική πράξη απομονώνει τη Γνώση από τα περιεχόμενά της και τη συνείδηση από έναν αυτοπροσδιοριζόμενο, με βάση της διαλεκτική της εμπειρία, μετασχηματισμό: της στερεί δηλαδή τη δυνατότητα να γίνεται φιλοσοφική συνείδηση. Την καταδικάζει, με άλλα λόγια, να ακινητοποιείται –με την ορολογία του Χέγκελ– στο κατώτατο  πνευματικά ή γνωσιακά επίπεδο της φυσικής συνείδησης. Φυσική όχι με το νόημα: όπως αυτή είναι εκ φύσεως, αλλά όπως είναι, στην καθημερινή –μη ανεπτυγμένη ακόμη φιλοσοφικά– ύπαρξή της, ως ανύποπτη και αναπόδεικτη βεβαιότητα πως αποτελεί τη μοναδική γνωσιακή πρόσβαση στην αλήθεια. Το πρόγραμμα λοιπόν της αυτοκατανόησης του φιλοσοφικού γνωρίζειν, που καλείται να φέρει σε πέρας η Φαινομενολογία του πνεύματος, διαφέρει ριζικά-οντολογικά από κάθε μονοσήμαντη γνωσιοθεωρητική ανακατασκευή. Αυτή-εδώ είναι μονοσήμαντη, μεταξύ των άλλων, γιατί παραμένει αναγκαστικά και όχι εκ προθέσεως παγιδευμένη στο γυμνό Είναι της γνώμης της. Η μόνη θεμιτή ανακατασκευή  είναι «η παρουσίαση [ή έκθεση] της φαινομενικής ή εμφανιζόμενης Γνώσης» και τούτη με το νόημα της πορείας της φυσικής συνείδησης προς την αληθινή Γνώση (§77).                                    
  
                                                           §4


Αυτή η πορεία είναι πορεία και οδός της συνείδησης ως ενθαδικής παρ-ουσίας του πνεύματος· γι’ αυτό και ο αυτο-φωτισμός, ήτοι αυτο-διαφωτισμός της  δεν είναι υπόθεση του φιλοσόφου –που πρέπει μόνο να παρατηρεί χωρίς να επεμβαίνει (§76), πρέπει να παρακολουθεί μεταστοχαστικά τη συγκεκριμένη πορεία– αλλά αυτής της ίδιας ως ομιλούσας σκέψης. Η συνείδηση λοιπόν είναι το νοείν αρθρωμένο σε γλώσσα και λόγο, δηλαδή  είναι η νοητική πράξη του Είναι, που φέρει εντός εαυτού τον λόγο ως διά-λογο με τον εαυτό της/του και με το αντι-κείμενο (Gegenstand) ως το άλλο του εαυτού της/του. Διά-λογος με τον εαυτό σημαίνει: με το Είναι για τη συνείδηση, δηλαδή με τη Γνώση τινός που είναι για τη συνείδηση, που την προσδιορίζει: να είναι. Διά-λογος με το αντι-κείμενο σημαίνει: με το καθεαυτό Είναι [:αντι-κείμενο] που ιδιάζει στη συνείδηση ως αλήθεια. Είναι αλήθεια, καθότι αποτελεί το κριτήριο της ίδιας της συνείδησης για το πότε και κατά πόσον πρέπει να αλλάζει τη γνώση της και να εναρμονίζεται με το αντι-κείμενο. Με τούτη τη δική της αλλαγή αλλάζει γι’ αυτή και το ίδιο το αντι-κείμενο (§85). Εδώ πρόκειται για την ενύπαρκτη δυνατότητα της συνείδησης να εκτίθεται σε αυτο-εξέταση· μια δυνατότητα που με τη δομή της διαλεκτικής κίνησης της επιτρέπει ως έννοιας πλέον να εμπειράται την αντιστοιχία της με το αντικείμενο· τότε συμβαίνει κάθε αναντιστοιχία της να την μεταλλάζει σε ένα νέο συνειδητό-μόρφωμα. Η διαλεκτική τούτη μετάβασή της από μόρφωμα σε νέο μόρφωμα, δυνάμει της αυτο κριτικής ή αυτο-εξέτασής της, δεν έχει καμιά σχέση με το γνωστό τριαδικό σχήμα: θέση-αντίθεση-σύνθεση. Ετούτο δεν ανήκει στον Χέγκελ και είναι άκρως παραμορφωτικό για τη διαλεκτική του σκέψη. Απεναντίας ανήκει στην τελευταία η προσδιορισμένη άρνηση (bestimmte Negation). Το εκάστοτε αποτέλεσμα της αυτο-εξεταζόμενης συνείδησης, ήτοι το εκάστοτε νέο μόρφωμά της, είναι μια άρνηση του προηγούμενου μορφώματος και εν ταυτώ μια νέα θέση που την προσδιορίζει ως Είναι, χωρίς βέβαια να την ορίζει. Γι’ αυτό μιλάμε για προσδιορισμένη και όχι ορισμένη άρνηση: προσδιοριστική αρχή του εκάστοτε νέου μορφώματος και συνάμα προσδιορισμένη νέα θέση ως αλήθεια της συνείδησης.